Είδαμε την παράσταση «Σ’ εσάς που με ακούτε»

Η «Αντιγόνη» από το θεατρικό εργαστήριο του Σωφρονιστικού Καταστήματος Κορυδαλλού Ι
4 Ιουνίου 2024
Η Ίρις Καραγιάν παρουσιάει το «Kill the Movement»
4 Ιουνίου 2024
Η «Αντιγόνη» από το θεατρικό εργαστήριο του Σωφρονιστικού Καταστήματος Κορυδαλλού Ι
4 Ιουνίου 2024
Η Ίρις Καραγιάν παρουσιάει το «Kill the Movement»
4 Ιουνίου 2024

 

Γράφει η Δρ. Ελένη Γκίνη

 

 

Μετά από δυο επιτυχημένες σεζόν με συνεχόμενα sold out, η παράσταση του ΚΘΒΕ «Σ’ εσάς που με ακούτε» παρουσιάστηκε και στην Αθήνα, σε συμπαραγωγή με τον πολιτιστικό οργανισμό «Λυκόφως». Ο Χρήστος Θεοδωρίδης συμπράττει με την Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου  στη δραματουργική επεξεργασία του έργου και ανεβάζει στη σκηνή του Αμφι- Θεάτρου Σπύρου Ευαγγελάτου ένα από τα πιο μεστά κείμενα της Λούλας Αναγνωστάκη, αποδίδοντας το διαχρονικό και σύγχρονο βλέμμα της, με όρους που δηλώνουν την αισθητική ταυτότητα του ως σκηνοθέτη και δικαιολογούν στο ακέραιο τις επιλογές του. Άλλωστε ο Θεοδωρίδης ασχολήθηκε και πρόσφατα (2021) με έργο της Λούλας, το «Αντόνιο ή το μήνυμα» και παρέδωσε στο κοινό μια άξια σε πρωτοτυπία και εμβάθυνση εκδοχή αυτού του σχετικά κρυπτικού και ταυτόχρονα εύγλωττου κειμένου.

 

 

 

Λίγα λόγια για το έργο

Το έργο, γράφτηκε το 2001, με αιτία τα αιματηρά επεισόδια στη Γένοβα, την εν ψυχρώ δολοφονία του Κάρλο Τζουλιάνι ως τρανή μαρτυρία της απροκάλυπτης καταστολής που εφάρμοσε η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι, στην προγραμματισμένη διαδήλωση που αφορούσε τη Σύνοδο της G8.
Η Αναγνωστάκη θέτει την πλοκή της δράσης στο Βερολίνο της ίδιας χρονιάς -(ή μήπως σε αυτή του 2023 που προτείνει με ευφυείς αναχρονισμούς μέσα από συνθήματα και αναφορές στους Ζακ Κωστόπουλο, Παύλο Φύσσα και Άλκη Καμπανό, ο σκηνοθέτης;) – υπενθυμίζοντας έτσι ότι η επιλογή της πόλης δεν είναι καθόλου τυχαία. Και αυτό γιατί αποτελεί σημείο-πέρασμα από τη στιγμή που έπεσε το τείχος, από τη στιγμή που αποκαθηλώθηκε το απυρόβλητο του σοσιαλιστικού καθεστώτος. Σε αυτή την πόλη λοιπόν επικρατεί αναστάτωση καθώς ταράσσεται από διαδηλώσεις και βίαια επεισόδια και όλοι αναμένουν την αυριανή, ειρηνική συγκέντρωση, μια φανταστική διαδήλωση, όπου θα πρέπει να μιλήσουν προκειμένου να ενταχθούν και κυρίως να ζήσουν αρμονικά σε αυτό τον «νέο παράξενο κόσμο». Σε αυτή τη συγκέντρωση, θα πρέπει να μιλήσει ο Άγης αλλά ίσως και ο Νίκος, ο Τζίνο, η Έλσα, ο Ιβάν, όλοι αυτοί που βρίσκονται στο σπίτι της Μαρίας και του Χανς, μαζί με αυτούς, η Σοφία, η Τρούντελ αλλά κι εμείς, οι θεατές που καλούμαστε να αναμετρηθούμε με το βάρος της ευθύνης μας και την επιθυμία να νικήσουμε τις ήττες και τις ματαιώσεις μας. Μέσα σε αυτό το σπίτι διαμείβονται τα πάντα: οι νοσηρές οικογενειακές σχέσεις, οι πρόσκαιρες προσωπικές νίκες. Στο εσωτερικό του, εννέα πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους επικαλούμενοι ρητά ή άρρητα τους δεσμούς αίματος ή έρωτα που τους συνδέουν, την ανάγκη της φιλίας ή της γειτνίασης, τη συνθήκη της φιλοξενίας των συγγενών τους από την Ελλάδα…

 

 

Θα μείνουν για πάντα στο εσωτερικό αυτού του σπιτιού λαμβάνοντας μόνο τους ήχους (του όπλου ή των φωνών διαμαρτυρίας και φόβου) από το δρόμο, δοκιμάζοντας τις αντοχές και τα όρια τους σε μια φθοροποιό στατικότητα και στην ακραιφνή επιθυμία της διαφυγής και της μεγάλης αλλαγής. Όλοι μιλούν ή θέλουν να το κάνουν και οδηγούνται σε μια προσωπική εξομολόγηση ή σε μια ευρύτερα πολιτική τοποθέτηση, ανακαλούν κρίσιμες στιγμές του παρελθόντος, δηλώνουν την πολιτική τους άποψη μέσα και από τις σκέψεις τους για τον διπλανό, μορφοποιούν το πανανθρώπινο δανειζόμενοι στοιχεία από το προσωπικό. Απευθύνονται κάνοντας ένα είδος ειρωνικής υπόμνησης: Σε εσάς που με ακούτε, ακούγεται κι εκείνοι χρησιμοποιούν το μικρόφωνο εν είδει αντικειμένου πρόβας, γίνονται η συνθήκη του Υποκειμένου που θα ενσαρκώσει τον εαυτό του την αμέσως επόμενη μέρα, στη συγκέντρωση που δεν θα μάθουμε ποτέ αν έγινε!

Η Αναγνωστάκη χρησιμοποιεί το μοτίβο του ανοικτού-κλειστού, της πόλης που μαίνεται και μας περιμένει, που δημιουργεί πολίτες, που τους περιμένει. Ταυτόχρονα, οι δρώντες αυτής της αντιθετικής συνθήκης υπάρχουν και λειτουργούν μέσα σε έναν περίκλειστο χώρο, σε ένα σπίτι όπου εκεί ως δραματικοί χαρακτήρες εξελίσσονται, συγκρούονται, αποκαλύπτονται. Και εξέρχονται ελάχιστα από αυτόν το χώρο, έχοντας συνήθως δραματικό ή τραγικό (;) τέλος.

Το μοτίβο αυτό εμπεριέχει τη δυνατότητα ενός βαθύ σχολιασμού για την ανθρώπινη φύση, για τους δεσμούς αίματος, για την πολιτική και τις εκφάνσεις της βίας και του αποκλεισμού που εκείνη συχνά εφαρμόζει. Συνοδοιπόρος αυτού του αντιθετικού σχήματος είναι το παρακειμενικό στοιχείο των εξωτερικών ήχων που δημιουργούν τον «άλλον» κόσμο και προβάλλουν την πληροφορία η οποία θα συμβάλει στην εκτύλιξη της δράσης, θα προσφέρει το πρόσχημα για την επόμενη αντίδραση. Έτσι λοιπόν ο τίτλος του έργου βρίσκει εδώ την απόλυτη δικαίωσή του καθώς ο κόσμος του σπιτιού υπάρχει μέσα από το πλήθος του δρόμου που ΘΑ ακούσει, γίνεται ο επιθυμητός ακροατής, ο ιδανικός συμπαραστάτης που θα μείνει αθέατος…

 

 

 

Τι συνέβη όμως με το ανοικτό-κλειστό σχήμα της παράστασης;

Ο Θεοδωρίδης εκμεταλλεύτηκε γόνιμα το κυρίαρχο σχήμα του ρητού και άρρητου, του φωτεινού και συσκοτισμένου σύμπαντος της Αναγνωστάκη και δημιούργησε μια παράσταση καθόλα εύγλωττη στη στόχευσή της και την αισθητική της επιλογή.

Οι θεματικές αναφορές στην παγκοσμιοποίηση, στην εικόνα του νεοφιλελευθερισμού, στην αύξηση των ποσοστών του νεοναζισμού που δεν περιορίζεται μόνο στα ευρωπαϊκά κράτη, στη δυσχέρεια των ανθρώπων να επικοινωνήσουν ανοικτά παρακάμπτοντας το φόβο της έκθεσης ή της σύγκρουσης, γίνονται ο καμβάς πάνω στον οποίο οι ηθοποιοί της παράστασης διέγραψαν ένα ζωντανό, ευρηματικό και πολυσημειακό σύμπαν. Αν η Αναγνωστάκη λειτουργεί ως άλλη Κασσάνδρα αναγγέλλοντας την ήττα της συγχρονίας μας και ταυτόχρονα προτάσσει ως μόνο όπλο τη δήλωση της βούλησης που αντιστέκεται, τότε ο Θεοδωρίδης όντας αντιμέτωπος με τη σημερινή δυστοπία, οργανώνει το σκηνοθετικό του περιβάλλον με ισχυρές δόσεις αιτιολογημένης αισιοδοξίας και μαχητικότητας. «Οι ευσυγκίνητοι, οι άπληστοι για ζωή. Εμείς.

Οι αφύλακτοι αριστοκράτες της Ιστορίας» που σημειώνονται στο έργο από τον αλλόκοτα εύστοχο Γιώργο Χειμωνά, παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από μια εξαιρετική ομάδα ηθοποιών που λειτουργούν άλλοτε ως σύνολο χορευτικού ιντερμέδιο –το οποίο θα μπορούσε να ήταν περισσότερο φειδωλό ως προς τις επαναλήψεις του- που φέρει σαφές πολιτικό σήμα και μια εναργή ένταση που αποκαλύπτει και ταυτόχρονα «κλείνει» στιγμές της δράσης που δεν επιδέχονται περαιτέρω επισήμανση. Ο εχθρικός κόσμος της Αναγνωστάκη εκφέρεται σκηνικά μέσα από την υπόδειξη της ήττας και την αποδοχή της πάλης με τη φθορά, στοιχεία που φωτίζονται γλαφυρά από τον Νίκο Μήλια (που υποδύεται τον Άγι) και την ανάδειξη της υποκριτικής του δεινότητας σε όλα τα επίπεδα του ρόλου αλλά και από τον Γιώργο Κολοβό που τίθεται ως αντίστιξη στην ένταση του προηγούμενου και με εκφραστική βαθύτητα επισημαίνει την παγερή του απόσταση από τη ζωή.

 

 

Η Χρυσή Μπαχτσεβάνη, στο ρόλο της Σοφίας η οποία προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από την ενοχική σχέση με τη μητέρα και καταλήγει σε αδόκητο θάνατο, ενσαρκώνει συγκινητικά όλες τις διακυμάνσεις της ηρωίδας που ξοδεύεται στις προβολές των προσδοκιών και στα τραύματα των οικείων άλλων. Εδώ συναντάμε άλλωστε και το πολιτικό ή και προσωπικό τραύμα προσπαθεί να ξεπεράσει και η ανατολικογερμανίδα Τρούντελ, η οποία στην ερμηνεία της Σεμιράμιδος Αμπατζόγλου αντικατοπτρίζει την ουσία και τη ζέση για μια δεύτερη ευκαιρία ζωής.

Την εικόνα και την ένταση των διαπροσωπικών σχέσεων συμπληρώνουν με τις άξιες λόγου ερμηνείες τους, η απολύτως ακριβής -σε κάθε απόπειρα έκφρασης- Μπέττυ Νικολέση, ως Έλσα και μητέρα της Σοφίας, και ο Νικόλας Δροσόπουλος, στο ρόλο του ομοφυλόφιλου και ανάπηρου γιου της Νίκου, ο οποίος ξεχωρίζει αποδίδοντας μοναδικά το σιωπηρό ή ολιγόλογο πεδίο της ιδιαίτερης συνθήκης του. Ο Πάρης Αλεξανδρόπουλος, στο ρόλο του τον Ιταλού περφόρμερ Τζίνο που δεν κρύβει την αγάπη του για τον Νίκο, δημιουργεί μια εσκεμμένα υπερβολική σκηνική παρουσία η οποία λειτουργεί διεγερτικά στην υποβόσκουσα παραίτηση του σπιτιού. Στην συχνά τεταμένη ατμόσφαιρα υπεισέρχεται ως καταλύτης εφησυχαστής, ο Γερμανός υπερήλικας Χανς που υποδύεται μοναδικά ο Δημήτρης Ναζίρης.

Στο πρόσωπό του έχει καταγραφεί η πάλαι ποτέ επιθυμία για τη συνένωση των δύο Γερμανιών, στοιχείο που αντικατοπτρίζεται με συμβολική χροιά μέσα καθώς τον βρίσκουμε να συζεί με την κατά πολύ νεότερή του Μαρία (Ελένη Θυμιοπούλου), κόρη Ελλήνων μεταναστών η οποία νοσταλγεί και επιδιώκει την επιστροφή της στην Ελλάδα και η οποία ενσαρκώνει αυτή την προσπάθεια με συγκινητική εκφραστική ακρίβεια.

Το πλαίσιο της επερχόμενης πολιτικής συγκέντρωσης ως σημείο εκκίνησης και επανάστασης, η συμπτωματολογία της παραδοσιακής και τραυματικής οικογένειας, οι έρωτες που δικαιώνονται μόνο μέσα από την εκδήλωση και την ανταπόκρισή τους, η αντιθετική σχέση των ζευγών που δημιουργούν δίπολα ιδεολογικής και πολιτικής φύσης υποστηρίζονται δυναμικά, φωτίζοντας την αισθητική ταυτότητα της παράστασης η οποία ενισχύεται και καθορίζεται από τις χορογραφίες και την κινησιολογική πρόταση της Ξένιας Θεμελή, τους φωτισμούς του Τάσου Παλαιορούτα, τα σκηνικά του Εδουάρδου Γεωργίου και τα κοστούμια της Μαρίνας Κελίδου.
Σε εσάς που με ακούτε είναι η επίκληση του ενός σε εκείνους που μπορούν να μπουν στον κόπο του άλλου, σε εκείνους που μπορούν και οφείλουν να πάρουν το λόγο και την ευθύνη του!

 

 

Πληροφορίες για την παράσταση «Σ’ εσάς που με ακούτε»

Σκηνοθεσία, Δραματουργική Επεξεργασία, Μουσική Επιμέλεια: Χρήστος Θεοδωρίδης
Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου
Σκηνικά: Εδουάρδος Γεωργίου
Κοστούμια: Μαρίνα Κελίδου
Χορογραφία, επιμέλεια κίνησης, βοηθός σκηνοθέτη: Ξένια Θεμελή
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Βοηθός Σκηνογράφου: Δανάη Πανά
Β Βοηθός Σκηνογράφου: Ερατώ Γεωργίου
Οργάνωση παραγωγής: Ηλίας Κοτόπουλος
Photos under That long black cloud

Παίζουν οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά): Πάρης Αλεξανδρόπουλος (Τζίνο), Σεμίραμις Αμπατζόγλου (Τρούντελ), Νικόλας Δροσόπουλος (Νίκος), Ελένη Θυμιοπούλου (Μαρία), Γιώργος Κολοβός (Ιβάν), Νίκος Μήλιας (Άγης), Χρυσή Μπαχτσεβάνη (Σοφία), Δημήτρης Ναζίρης (Χανς), Μπέττυ Νικολέση (Έλσα)

*Κατά τη διάρκεια της παράστασης για τις ανάγκες της δράσης ακούγεται πυροβολισμός και ένας ηθοποιός ανάβει τσιγάρο.

 

Πού: Αμφι-Θέατρο Σπύρου Α. Ευαγγελάτου, Αθήνα, Αγγελικής Χατζημιχάλη 15 & Ανδριανού, τηλ. 211 0154559:

Πότε: από Σάββατο 11 Μαΐου 2024 και κάθε Τετάρτη: 20.00, Πέμπτη– Παρασκευή– Σάββατο: 21.00, Κυριακή: 20.00. Έως Κυριακή 26 Μαΐου 2024

Τιμές εισιτηρίων:
*Α Ζώνη: 20 €
*Β Ζώνη: 18 €, 16 € (φοιτητές/ άνεργοι/ ΑΜΕΑ)
*Γ Ζώνη: 16 €, 14 € (φοιτητές/ άνεργοι/ ΑΜΕΑ)

Προπώληση εισιτηρίων: www.ticketservices.gr, τηλεφωνικά: 2107234567
Εκδοτήριο: Πανεπιστημίου 39
Αμφι- Θέατρο Σπύρου Α. Ευαγγελάτου: Αγγελικής Χατζημιχάλη 15.

Ηλεκτρονική προπώληση εισιτηρίων: https://www.ticketservices.gr/event/sesas-pou-me-akoute/