Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος: «Πιστεύω ότι ο Γεώργιος Βιζυηνός με “Το αμάρτημα της μητρός μου” κατάφερε να ρίξει φως στα σκοτάδια του»

Διαγωνισμός για την παράσταση «Η Πρόβα»
2 Φεβρουαρίου 2024
«Remake»: η ατομική έκθεση της Μαρίας Διακοδημητρίου
2 Φεβρουαρίου 2024
Διαγωνισμός για την παράσταση «Η Πρόβα»
2 Φεβρουαρίου 2024
«Remake»: η ατομική έκθεση της Μαρίας Διακοδημητρίου
2 Φεβρουαρίου 2024

Ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος σκηνοθετεί και ερμηνεύει στην παράσταση «Το αμάρτημα της μητρός μου» που παρουσιάζεται στο Θέατρο Εν Αθήναις.

 

Συνέντευξη στη Μαριλένα Θεοδωράκου

 

Το αίνιγμα πλανάται ήδη από το άκουσμα και μόνο, του τίτλου του έργου. Ποιό ήταν το αμάρτημα; Ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος μιλάει στο theatermag για την παράσταση του έργου «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γεώργιου Βιζυηνού, η οποία ανεβαίνει από τις 5 Φεβρουαρίου στο θέατρο Εν Αθήναις. Ο ίδιος υπογράφει τη σκηνοθεσία και ερμηνεύει επί σκηνής.

 

«Η αλήθεια είναι ότι έχω ένα παρελθόν με το κείμενο “Το αμάρτημα της μητρός μου” του Γεώργιου Βιζυηνού, διότι πριν από ακριβώς δέκα χρόνια έγινε η πρώτη μου επαφή με αυτό σε βάθος, όταν έπαιξα στην ομώνυμη παράσταση σε σκηνοθεσία Δήμου Αβδελιώδη» λέει ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος. «Μάλιστα, είχαμε κάνει και μια μεγάλη περιοδεία τότε και αυτό ήταν μεγάλη εμπειρία για όλους μας. Με ένα κείμενο που νομίζαμε πως δεν θα είναι και τόσο εύκολο να το παρακολουθήσει ένας θεατής, αλλά τελικά αυτό ήταν μόνο στο μυαλό μας, γιατί στο μυαλό των θεατών η ιστορία έτρεχε κανονικά και η πρόσληψη μάλιστα ήταν πολύ πιο ισχυρή στα χωριά και λιγότερο στις πόλεις που πήγαμε περιοδεία. Αυτό συνέβη γιατί η ιστορία είναι λαϊκή, αφορά ένα μεγάλο κομμάτι κόσμου και ίσως μερικοί την έχουν ζήσει οι ίδιοι ή κάποιοι συγγενείς τους».

 

Ένα αυτοβιογραφικό έργο

«Μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια, χωρίς κάποιο λόγο, έλεγα κάποιες σκηνές μόνος μου» συνεχίζει ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος. «Όταν ένα κείμενο είναι ωραίο και το έχεις μάθει καλά, μάλλον σου αρέσει να ακούς τον εαυτό σου να το ξαναλέει, όχι βέβαια όλο. Κάποιες σκηνές μου είχαν αποτυπωθεί τόσο πολύ που καθόμουν και έλεγα ότι αυτό είναι καλό να το ξαναπείς. Δεν είχα σκεφτεί ότι θα το ξανάκανα, μάλιστα κάπως το είχα αφήσει πίσω, ωστόσο νομίζω πως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και έτσι “Το αμάρτημα της μητρός μου” ανεβαίνει από τις 5 Φεβρουαρίου στο θέατρο Εν Αθήναις, σε δική μου σκηνοθεσία και ερμηνεία.

Κάθε φορά που λες ένα κείμενο και πιστεύω ότι αυτό είναι το κλειδί, το κείμενο παραμένει το ίδιο, εσύ όμως όχι. Εσύ μεγαλώνεις και έτσι αντιλαμβάνεσαι περισσότερο τις αρετές του κειμένου, αν το κείμενο βέβαια είναι πολύ καλό, σκέφτεσαι πώς το είχες κάνει, πως θα μπορούσες να το πεις τώρα και δεν είναι θέμα υποκριτικής ακριβώς. Η διδασκαλία που είχαμε δεχτεί από τον Δήμο Αβδελιώδη στην πρώτη παράσταση ήταν αριστουργηματική, γιατί μας είχε βοηθήσει πολύ στη μουσικότητα της γλώσσας.

Σκέφτεσαι όμως και λες, γιατί το γράφει αυτό που γράφει τη συγκεκριμένη στιγμή και ποιος μιλάει; Μιλάει ο καλλιεργημένος Βιζυηνός, ο αφηγητής που μετά από χρόνια έρχεται και εποπτεύει ένα τραυματικό γεγονός της ζωής του ή είναι με τη συνείδηση του μικρού παιδιού και τη γνώση που είχε τότε ένα παιδί 5- 6 χρονών. “Το αμάρτημα της μητρός μου” είναι μια οικογενειακή, λαϊκή ιστορία, ένα αυτοβιογραφικό έργο και είναι το αμάρτημα της μητέρας του συγγραφέα. Μια πολύ προσωπική ιστορία- και αυτό έχει και τη δική του σημασία γιατί ο ίδιος τολμάει να βγάλει εν δήμω τα εν οίκω, το 1883, όπου δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Εστία».

 

 

Το τραγικό μυστικό της μητέρας

«Η ιστορία ξεκινάει με τον αφηγητή να περιγράφει τα παιδικά του χρόνια, στην ηλικία των 5-6 ετών, στο χωριό του στην ανατολική Θράκη, στη Βιζύη, από την οποία πήρε και το όνομα φυσικά, γιατί το πραγματικό του επίθετο ήταν Μηχαηλίδης ή Σύρμας» εξηγεί ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος. «Ο μικρός Γιωργής μεγαλώνει μαζί με τα δύο αδέλφια του και την αδελφή του την Αννιώ. Η αδελφή τους ήταν ένα ασθενικό κορίτσι και η μητέρα φαίνεται ότι μεροληπτεί φανερά υπέρ του κοριτσιού, σε βαθμό που θα μπορούσε, όπως αναφέρει ο ίδιος στο διήγημα “να προκαλέσει ζηλοτυπίας βλαβεράς“.

Όμως τα παιδιά, και αυτό υπάρχει και στην οπτική του συγγραφέα, που θέλουν πάντα τους γονείς τους να είναι καλοί και να έχουν τις καλύτερες προθέσεις, θεωρούν πως αυτή η μεροληψία προκύπτει από το γεγονός ότι είναι μόνο μια η αδελφή και τα άλλα παιδιά είναι αγόρια. Αυτό βέβαια, μέχρι που ο Βιζυηνός ανακαλύπτει ότι δεν ήταν ακριβώς έτσι τα πράγματα.

Μέχρι τη μέση του έργου έχουμε λοιπόν την εξελικτική πορεία της ασθένειας της Αννιώς προς το θάνατο και τις απέλπιδες προσπάθειες της μητέρας αλλά και της οικογένειας να αποφύγουν το μοιραίο γεγονός. Είναι πολύ ωραία τα περιστατικά που αναφέρει ο Βιζυηνός στο διήγημα, για το τι θεωρούνταν γιατρός σε ένα χωριό εκείνης της εποχής. Χαρακτηριστικά λέει ότι γιατρός στην περιφέρειά τους ήταν ο κουρέας του χωριού. Εκείνα τα χρόνια, κάπου το 1860, η επιστήμη δεν είχε προχωρήσει ώστε το κάθε χωριό να έχει τον γιατρό του, με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές δοξασίες και δεισιδαιμονίες.

Το έσχατο καταφύγιο όταν τα υπόλοιπα «γιατρικά» δεν λειτουργούσαν ήταν η εκκλησία. Προκειμένου να περάσει η ασθένεια της αδελφής τους, έπρεπε η ασθενής να μείνει για σαράντα μέρες στην εκκλησία προκειμένου να φύγουν τα δαιμόνια που έτρωγαν το δέντρο της ζωής της. Μαζί της η μητέρα της και ο μικρός Γιωργής, οι οποίοι θα διανυκτέρευαν μαζί της. Εκεί λοιπόν, ο Βιζυηνός έχει κάποιες πολύ συγκλονιστικές περιγραφές για την πρώτη τους διανυκτέρευση στην εκκλησία και τις παραισθήσεις που είχε ο ίδιος, καθώς έτρεμαν οι φλόγες από τα κεριά και νόμιζε ότι οι άγιοι θα βγουν από τα εικονίσματα. Είναι ένα κομβικό περιστατικό που το παιδί ακούει τη μητέρα να παζαρεύει με τον Θεό τα δύο της αγόρια προς όφελος του κοριτσιού της. Δηλαδή, αν είναι να πεθάνει κάποιο, να είναι ένα από τα δύο αγόρια. Υπάρχει άλλη μια συγκλονιστική περιγραφή του πως νιώθει το παιδί, πώς φεύγει τρέχοντας από την εκκλησία, νομίζοντας ότι τον κυνηγάει ο ίδιος ο θάνατος. Κάποια στιγμή ηρεμεί, σκέφτεται, έχει ενοχές, μήπως κάτι είπε στη μητέρα του που την στεναχώρησε.

Υπάρχουν ανατριχιαστικές περιγραφές ακόμα και όταν ο Γιωργής είναι δίπλα στην αδελφή του όταν ξεψυχάει που είναι ένα γεγονός από μόνο του, ένα μικρό παιδί να βλέπει το θάνατο για πρώτη φορά σε ένα τόσο κοντινό του πρόσωπο. Η μητέρα του από κει και μετά, δουλεύει για να θρέψει τα παιδιά της, καθώς είχε χάσει μεγάλο μέρος της περιουσίας της για να πληρώσει αγύρτιδες γιατρούς για να σωθεί η κόρη της, ο πατέρας έχει πεθάνει, οπότε η ίδια είναι μάνα και πατέρας.

Μέσα σε όλα αυτά αντί να νοιαστεί για τα τρία αγόρια της, υιοθετεί ένα κορίτσι και φέρνει μια πιο χαρούμενη κατάσταση μέσα στο σπίτι και το βαρύ πένθος κάπως μετριάζεται. Ωστόσο και πάλι η μητέρα φέρεται αλλόκοτα, δίνει όλα της τα χρήματα για να αναθρέψει την ψυχοκόρη της και να την καλοπαντρέψει. Ο Βιζυηνός είχε ήδη φύγει για την Πόλη, τα δύο του αδέλφια μένουν πίσω και εργάζονται κι ενώ με το γάμο της ψυχοκόρης νόμιζαν ότι έφυγε οριστικά ένα βάρος απο πάνω τους, η μητέρα τους αποφασίζει να υιοθετήσει ακόμα ένα κορίτσι, ένα μωρό τριών μηνών αυτή τη φορά.

Όλοι δυσανασχετούν. Ακόμα κι ο Γιωργής όταν επιστρέφει, έρχεται σε ρήξη με τη μητέρα του για την διατήρηση αυτού του κοριτσιού κι αυτό ήταν τελικά η αφορμή για να του αποκαλύψει εκείνη το τραγικό της μυστικό. Ο Βιζυηνός με αριστοτεχνικό τρόπο καθώς αφηγείται βάζει τους θεατές μέσα στην οικογένειά του, στην οπτική των παιδιών στην αρχή, ώστε η μάνα να φανεί σχεδόν εμμονική, ούτως ώστε όταν έρθει μετά η εξομολόγησή της, να προκαλέσει μεγάλη και βαθιά εντύπωση τόσο στον ίδιο όσο και στους θεατές».

 

 

Η επιστροφή του Βιζυηνού στο τραυματικό γεγονός

«Οι δύο πρωταγωνιστικοί ρόλοι είναι ο Βιζυηνός και η μητέρα, η οποία ενώ κατέχει ένα μικρό κομμάτι στο έργο κειμενικά, είναι παρόλα αυτά, ο πιο σημαντικός ρόλος. Θα λέγαμε ότι κατέχει τη μερίδα του λέοντος της ιστορίας» συνεχίζει ο ηθοποιός και σκηνοθέτης. «Στην προηγούμενη παράσταση είμασταν δύο ηθοποιοί. Σε αυτή την παράσταση που ανεβαίνει στο θέατρο Εν Αθήναις πως χρειάζονταν μόνο ένας, ο αφηγητής καθώς μέσα από τα μάτια του ξεδιπλώνονται όλοι οι χαρακτήρες, μικρότεροι και μεγαλύτεροι.

Στην ουσία έβαλα πιο δύσκολα πράγματα στον εαυτό μου, ακριβώς επειδή είχα το προνόμιο να θυμάμαι το κείμενο και να το γνωρίζω. Έβαλα μια μεγαλύτερη δυσκολία, πρώτον επειδή έπρεπε να μάθω τα συγκλονιστικά λόγια της μητέρας και δεύτερον έπρεπε να είμαι βέβαιος ότι μπορώ να μεταμορφώνομαι από το ένα πρόσωπο στο άλλο εν ριπή οφθαλμού, πάνω στη ροή της αφήγησης. Και επειδή είπα να βάλω και κάτι ακόμα πιο δύσκολο, είπα ότι αυτό γίνεται γιατί ο συγγραφέας θέλει να κάνει μια αναδρομή σ’ ένα δραματικό γεγονός, κάτι που δεν είναι και το πιο απλό πράγμα στον κόσμο. Αυτό πάντα με απασχολούσε. Γιατί το κάνει αυτό ο Βιζυηνός, γιατί να πάει σε μια περιοχή που είναι κόκκινη:

Έστω και αν μορφώθηκε και καλλιεργήθηκε στα καλύτερα κέντρα της Ευρώπης, έστω και αν φαίνεται καθαρά από τη γραφή του ότι έχει συναισθανθεί, το τραύμα που δημιουργήθηκε στην ηλικία των 5-6 ετών δεν μπορεί, δεν γίνεται να εξαλειφθεί τελείως. Είναι ένας άνθρωπος από την άλλη ο οποίος έχει διδαχθεί και φιλοσοφία και ψυχολογία και ακριβώς γι’ αυτό πρωτοπορεί και γράφει αυτό το υπέροχο ψυχογραφικό διήγημα, αλλά στην πραγματικότητα επειδή είναι και ο ίδιος μέσα στην ιστορία, στην ουσία ψυχαναλύεται ο ίδιος. Είτε ηθελημένα είτε άθελά του. Και αυτό είναι ένα κλειδί για τη σκηνοθετική ματιά της παράστασης, πως θα μπορέσουμε να δώσουμε αυτή την τάση που έχει ο άνθρωπος να επιστρέφει και να διηγείται ένα τραυματικό γεγονός μόνο και μόνο για να το χαϊδεύει με καλύτερο τρόπο και να μπορεί να πορεύεται μ’ αυτό ειρηνικά κα γαλήνια στη ζωή του.

Είχα την ευκαιρία, να ανακαλύψω και εγώ μέσα από μελέτες που έχουν γραφτεί για τον Βιζυηνό, πράγματα που δεν τα είχα συνειδητοποιήσει την πρώτη φορά, καθώς και εγώ ήμουν δέκα χρόνια μικρότερος. Άρχισα να καταλαβαίνω ότι εδώ υπάρχει μια ιδιαίτερη περίπτωση στα ελληνικά γράμματα που επιστρέφει σε ένα τραυματικό γεγονός και ναι μεν μπορεί όλο αυτό να το έγραψε μια φορά και να το παρέδωσε στους αναγνώστες, αλλά αν ήταν να το έκανε ο ίδιος στη σκηνή, σαν ένας ηθοποιός, θα έπρεπε να επαναλαμβάνει κάθε φορά αυτήν την ίδια ιστορία. Ιδιαίτερα δύσκολο θεωρώ. Θα έμοιαζε η παράσταση σαν μια συνεδρία με τον εαυτό του και το πιο πιθανό θα ήταν να άλλαζε τον τρόπο που διηγείται την ιστορία κάθε φορά. Ίσως και κάποιες λεπτομέρειές της. Ακόμα και να δημιουργήσει χρησιμοποιώντας την φαντασία του, άλλες.

Έτσι μου έδωσε ένα πάτημα, έναν αέρα να μπορέσω να μπω πιο βαθιά σε μια λογική ενός ανθρώπου που επιστρέφει στο τραύμα του. Δεν έχει σημασία πόσο καλλιεργημένος είναι, αυτό που έχει σημασία είναι ότι κατάφερε να συναισθανθεί τη μητέρα του, να τη συγχωρήσει και να την αγαπήσει βαθιά, ίσως πιο πολύ απ’ όταν ήταν παιδί και φυσικά να συμφιλιωθεί. Αυτό ήταν προς όφελός του, γιατί κατάλαβε ότι δεν μπορούμε να κρίνουμε και κυρίως να κατανοήσουμε τους ανθρώπους μόνο από αυτό που βλέπουμε αποσπασματικά ή ακούμε, αν πρώτα δεν μιλήσουμε ουσιαστικά μαζί τους, αν δεν δούμε τα πραγματικά εσωτερικά κίνητρά τους».

 

 

Οι συνδημιουργοί της παράστασης

«Όσον αφορά τους συνεργάτες μου σε αυτή την παράσταση, μπορώ να πω ότι όλοι τους είναι άνθρωποι που αγαπώ πολύ, άνθρωποι που θαυμάζω. Δεν γίνεται αλλιώς. Όταν είσαι μόνος σου στη σκηνή και έχεις και τη σκηνοθετική ευθύνη, χρειάζεσαι συνδημιουργούς, που να μπορέσουν να ελαφρύνουν λίγο το βαρύ φορτίο που έχεις βάλει στην πλάτη σου.

Με τους περισσότερους έχω συνεργαστεί ξανά στο παρελθόν και έχω φιλική σχέση, όπως με τον Θοδωρή Οικονόμου που κάνει τη μουσική. Αλλά και για τους υπόλοιπους υπάρχει θαυμασμός και αγάπη. Για τον Πάρι Μέξη που υπογράφει τα σκηνικά και τα κοστούμια, τη Βρισηίδα Σολωμού στον σχεδιασμό κίνησης και τη Χριστίνα Θανάσουλα στον σχεδιασμό φωτισμών, τον Φάνη Σακελλαρίου τον βοηθό μου, για όλους. Η επιλογή έγινε, γιατί με όλους έχουμε έναν κοινό κώδικα και κατά κάποιον τρόπο είναι σα να δουλεύεις με την οικογένειά σου. Πιστεύω ότι ο Γεώργιος Βιζυηνός με “Το αμάρτημα της μητρός μου” κατάφερε τελικά να κάνει κάτι πολύ σπουδαίο. Ίσως το πιο χρήσιμο γι’ αυτούς τους περίεργους καιρούς. Να ρίξει φως στα σκοτάδια του.

Τολμώ να πω, ότι ένας θεατής αντί να φύγει βαρύς από την ιστορία, που όντως είναι τραγική, δεν θα φύγει καθόλου έτσι. Θα φύγει ανάλαφρος, συγκινημένος και αυτό για μένα έχει μια χρησιμότητα για τους ανθρώπους: να μπορούν να μετατρέπουν τα σκοτάδια τους σε φως, μέσα από την ικανότητά τους να κρίνουν σωστά τις καταστάσεις, τους ανθρώπους. Να έχουν ανοιχτά τα μάτια της καρδιάς τους. Να μάθουν να συγχωρούν και να αγαπούν».

 

 

Πληροφορίες για την παράσταση «Το αμάρτημα της μητρός μου»

Συγγραφέας: Γεώργιος Βιζυηνός
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Σκηνικά/ Κοστούμια: Πάρις Μέξης
Σχεδιασμός κίνησης: Βρισηίδα Σολωμού
Σχεδιασμός φωτισμών: Χριστίνα Θανάσουλα
Βοηθός φωτισμών: Ιφιγένεια Γιαννιού
Βοηθός Σκηνοθέτη: Φάνης Σακελλαρίου
Φωτογραφίες: Μαριλένα Αναστασιάδου
Video: Θάνος Μαργαρίτης
Γραφιστική επιμέλεια: xMx graphics
Επικοινωνία – Γραφείο τύπου: Χρύσα Ματσαγκάνη
Παραγωγή: Phronesis – AMKE
Επί σκηνής: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος

 

Πού: Θέατρο Εν Αθήναις, Ιάκχου 19, Γκάζι (απέναντι από τη στάση Μετρό Κεραμεικός)

Πότε: από Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024 και κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00

Τιμές εισιτηρίων: 13 ευρώ (γενική είσοδος), 11 ευρώ (μειωμένο), 8 ευρώ (ατέλειες)

Διάρκεια παράστασης: 85 λεπτά

Ηλεκτρονική προπώληση εισιτηρίων: https://www.more.com/theater/to-amartima-tis-mitros-mou/