Νικόλας Ανδρουλάκης: «Ζούμε σε μια εσωστρεφή και συγχυσμένη εποχή κι η διάσωση της τρυφεράδας πια, χρειάζεται να επιτάξει τα πιο ασκημένα ένστικτα μιας γενιάς, που φτάνει συχνά πυκνά στην πρόταση “μας αξίζει ο ψόφος στους ανθρώπους, αλλά τα αθώα ζωάκια δεν μας φταίνε τίποτα”»

Η Μάγδα Μαυρογιάννη μιλάει για τις «Ιστορίες μουσικής και μαγειρικής»
4 Ιανουαρίου 2023
Τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
8 Ιανουαρίου 2023

Sharing is caring!

Συνέντευξη στη Μαριλένα Θεοδωράκου

 

Ο Νικόλας Ανδρουλάκης σκηνοθετεί την παράσταση «Παρέλαση» και μιλάει στο theatermag, για το δικό του ανέβασμα που είναι εμπνευσμένο από το ομώνυμο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη. Η παράσταση παρουσιάζεται στο Θέατρο Αυλαία, στη Θεσσαλονίκη και τους ρόλους ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Αντιγόνη Σταυροπούλου, Αλεξάνδρα Σταμούλη, Αλέξανδρος Σάουκ και ο σκηνοθέτης.

 

 

Θα θέλατε να μας μιλήσετε για το έργο «Παρέλαση» της Λούλας Αναγνωστάκη; Ποιο είναι το θέμα του και ποια η δική σας άποψη για αυτό;

Και σκέψου λέει να απαντούσα όχι δεν θα θέλαμε να σας μιλήσουμε για το έργο αυτό και να λήξει η συνέντευξη εκεί στην πρώτη γραμμή. Τέτοιο άλλωστε, είναι το γαργαλητό ενός κειμένου σαν την «Παρέλαση». Έχει αυτή την ακτινογραφική ανοιχτάδα, το παράλογο να λειτουργεί σαν διαπασών φωτιστικό, άχρονο, άσαρκο, παντοδύναμο, σαν αυτούς τους σκελετούς που ανασταίνονται στις ταινίες για χαρά ή για οδύνη. Η Λούλα, παρουσίασε με την Τριλογία της Πόλης το 1965, ένα σύμπαν όχι απλώς προφητικό για την δικτατορία που απαγόρευσε το έργο της δύο χρόνια μετά, αλλά και για τις πιο θεμελιώδεις αντιθέσεις, την τρυφερότητα και την αγριάδα, την άγνοια και τη σοφία, τη σύγχυση και την εξερεύνηση, τον πόνο και την αγάπη, δυνάμεις αντίρροπες και πανανθρώπινες.

Κοινωνεί το σύμπαν του Μπέκετ και του Ιονέσκο, με έναν τρόπο άφοβο και φωτίζει έτσι, κόγχες της Ελλάδας προσωπικά και συλλογικά, χωρίς να παραδίδεται στη συνήθη ηθογραφία της παράδοσης. Στην «Παρέλαση», δυο νέα παιδιά προσμένουν, σαν άλλο Γκοντό, έναν πατέρα που δεν έρχεται ποτέ κι εξερευνούν μες στην αισθητική μιας εποχής, σαν πρωτόπλαστοι σε ένα εγκλωβιστικό καταφύγιο, τον κόσμο έξω πέρα. Κι από λέμβος, το δωματιάκι, καταλήγει φάκα μαγνητική για μια παρέλαση τεράτων, σαν μια ζωντανή Γκερνίκα του Πικάσο, έτσι που εφορμά ο φασισμός και μας σαρώνει αν τον παίρνουμε μάτι από μουσειακά τζαμάκια, γύρω και μέσα μας να συντίθεται.

 

 

Πώς αποφασίσατε να το σκηνοθετήσετε και πώς το έχετε προσεγγίσει σκηνοθετικά;

Μου το πέταξε ως ιδέα, στη μέση του πουθενά κυριολεκτικά -αφού έτσι είχαμε ονομάσει τον σκηνικό μας τόπο- πέρυσι στον Ντόριαν Γκρέι, ένας αδερφός μου πια, που τότε ήταν επιλογή ανάμεσα σε τριακόσια βιογραφικά, για να μετέχει σε ειδικό ρόλο άπαξ για μια βραδιά, σε μια πραγματική αναρχική λέσχη θεατροθεραπείας που ήταν η συνθήκη συνολικά. Σε αυτό το fight club για τους Ντόριαν Γκρέι που ζωγραφίζουν τα απωθημένα μέσα μας, ο Αλέξανδρος, ένα παιδί από τον Λίβανο που είχε ένα από τα πλέον ασήμαντα -φαινομενικά- αλλά βαθιά ειλικρινή κι αθεόφοβα βιογραφικά, ήρθε κι έμεινε για πάντα, αφού στο θεατρικό σύμπαν που αναπτύσσουμε εμείς, οι ρόλοι κι οι χαρακτήρες μας μένουν ζωντανοί εσαεί, αρκεί να επισκεφτούμε τη συνθήκη. Εκεί, λοιπόν, μες στο χαμό του αισθητισμού του Όσκαρ Ουάιλντ, μού είπε κάνουμε του χρόνου Λούλα Αναγνωστάκη; Κι εγώ, απλώς άντεξα το προφανές.

Για να τολμά ενστικτωδώς να μου προτείνει κάτι τέτοιο, κάτι συνθέτει ως διαπασών ερήμην ή συνειδητά. Κι είναι και μουσικός. Εντελέχεια λοιπόν. Από το τέλος προς την αρχή και πάλι μπρος, στο τέλος. Αρκεί να έχουμε ανοιχτάδα να βλέπουμε τους κόμβους, τα σημεία εισόδου της βούλησης στη μοίρα. Κι έτσι, απ’ τα παράλογα να ξεθάβουμε το λόγο. Η δραματουργία, η σκηνοθεσία κι η ερμηνεία είναι άρρηκτα συνδεμένες στον τρόπο που συνθέτουμε τα έργα μας. Στον πυρήνα του έργου μας, θα είναι κυριολεκτικά ο Άλαν, το λαμπραντόρ διασταύρωση με τσοπανόσκυλο που γνώρισα μαζί με την αδερφή, συνέταιρο και συνοδοιπόρο μου, Αντιγόνη Σταυροπούλου το 2017, όταν ήταν ενός έτους -ο Άλαν όχι εκείνη- και γίναμε οικογένεια.

Ζούμε σε μια εσωστρεφή και συγχυσμένη εποχή κι η διάσωση της τρυφεράδας πια, χρειάζεται να επιτάξει τα πιο ασκημένα ένστικτα μιας γενιάς, που φτάνει συχνά πυκνά στην πρόταση «μας αξίζει ο ψόφος στους ανθρώπους, αλλά τα αθώα ζωάκια δεν μας φταίνε τίποτα». Αυτή είναι για εμένα η πιο ύπουλη εδραίωση του φασισμού μέσα μας. Αυτός είναι ο κόμβος που επιλέγω άρα. Να προσπαθήσουμε να αφυπνίσουμε την ανθρωπιά, μες από τον τρυφερούλη φασίστα που ζωγραφίζει μέσα μας η εποχή. Προσπαθώντας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, να διασώσουμε το λαμπραντόρ. Κι είμαστε όλοι τα τέρατα κι είμαστε ταυτόχρονα το λαμπραντόρ. Έτσι, το θέατρο θα μεταμορφωθεί σε ένα τεράστιο δωμάτιο σαν των παιδιών της Λούλας. Είτε αποδειχτεί λέμβος για την αθωότητα είτε φάκα.

 

 

Πώς συνεργαστήκατε με τους ηθοποιούς της παράστασης;

Η παράσταση έχει ήδη παιχτεί. Αυτό είναι η πρώτη φράση στο μανιφέστο του Θεάτρου της Πραγματικότητας, όπως το λέμε. Θα μπορούσε να λέγεται μπλε τυρόπιτα, να έχει το χρώμα που γαληνεύει τις ψυχές και την τροφή που βιώνουν πιο ακίνδυνα οικεία. Η μέθοδος που αναπτύσσουμε, εξερευνά αυτήν την καθ’ ολοκληρίαν εμπλοκή στα δομικά υλικά της εντελέχειας, άρα στο έργο μπαίνουμε in medias res και το σμιλεύουμε από έξω προς τα μέσα, σαν ένα μπλοκ από γρανίτη με πίστη στον πυρήνα, που ήδη φλέγεται πυρακτωμένος και μας καλεί.

Όλα είναι πρόβα στον τρόπο που εξερευνούμε κάθε έργο, κάθε μας συνομιλία στο κινητό, κάθε μας βόλτα, κάθε καφές, κάθε παιχνίδι. Με λέξεις-κλειδιά εισόδου, άρσης κι εξόδου απ’ τη συνθήκη. Που δεν τα χρησιμοποιούμε ποτέ. Γιατί δεν χρειάζεται. Ξέρει ο νους αν τον εμπιστευτείς. Έτσι, κάθε προσωπικό υλικό του ηθοποιού, κάθε ανάγκη, κάθε σπουδή, βρίσκει το χώρο να βελονιστεί και να εκφραστεί. Ερήμην και συνειδητά μαζί. Έτσι που φτάνουμε τόσο όσο θέλει η ψυχή να γίνονται ο λόγος μας, το σώμα κι οι λέξεις, ένα διαπασών συλλογικού ασυνείδητου που γράφει τα έργα κάθε μέρα απ’ την αρχή. Στους δρόμους, στα σπίτια μας και πάνω στη σκηνή.

Είναι μια πανέμορφη διαδικασία, πανδύσκολη να την εισακούσεις φιλοσοφικά και πάναπλη αν αφεθείς να την ασκήσεις. Για το μυστήριο με το κοινό, θα σου πω απλώς έλα εκεί. Κι ίσως αποφασίσεις να είσαι εσύ η κρυφή ηρωίδα στην τελετή. Και τώρα ενώ σου απαντώ εδώ, σμιλεύω κι εγώ το ρόλο μου, τους στόχους, τις ανάγκες, τους συνειρμούς. Στο ταξίδι της διάσωσης του κουταβιού μέσα μας. Λούλες και Μανόληδες, Άρηδες και Ζωές, μούλοι και δεινόσαυροι, αγριάνθρωποι και βαβά.

 

 

 

Μπορείτε να μας δώσετε μια εικόνα από τα σκηνικά, τα κοστούμια, τους φωτισμούς και τη μουσική της παράστασης;

Το σκηνικό θα είναι σύγχρονο με τον εποχικό απόηχο των Χριστουγέννων. Ένα ή περισσότερα αληθινά έλατα, στη σταδιακή τους αποσύνθεση, έτσι που τα παρατάει στη μεθεόρτια μοίρα τους ο κόσμος πλάι στους κάδους σκουπιδιών, θα γίνουν για εμάς σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Θα στολιστούν γαλανόλευκα και χρυσά.

Κρεμασμένα ανάποδα ή στοιβαγμένα σαν βωμός, έτσι που σιγολιώνουν όσο ξεραίνονται, σαν ρολόγια του Νταλί. Έτσι θα πραγματωθεί μια τελετή εμπνευσμένη δραματουργικά από την ερώτηση κρίσεως του Θανάση Παπακωνσταντίνου, που απευθύνεται σε ένα δέντρο κι ένα σκυλί να του μιλήσουν για τα πιο ιερά. Οι φορεσιές μας, θα είναι κι αυτές από ένα ρεβεγιόν που κάτι συνέβη. Κι ίσως έχουμε εξάρτηση ειδική, σαν λούτρινα βελουτέ ΜΑΤ, στο χρώμα του σκύλου κι αυτά φυσικά. Τις μουσικές θα τις διαλέγουμε ζωντανά όλοι μαζί. Το κάναμε πέρυσι στο Πουθενά, θα το κάνουμε και φέτος στην προσπάθεια να φτάσουμε στο Κάπου λίγο πιο. Κι ό,τι κατάλαβες με αυτό.

 

 

Πληροφορίες για την παράσταση «Παρέλαση»

Σκηνοθεσία: Νικόλας Ανδρουλάκης

Παίζουν: Αντιγόνη Σταυροπούλου, Αλεξάνδρα Σταμούλη, Αλέξανδρος Σάουκ, Νικόλας Ανδρουλάκης

Αφηγήτρια από μακριά, η Ράνια Οικονομίδου
Υπουργός πολιτικής προστασίας στα μεγάφωνα, ο Γιάννης Ζουγανέλης
Κι ίσως εμφανιστούν κρυφοί ηθοποιοί
Ένα έργο της καλλιτεχνικής συμμορίας Ντουέντε

 

Πού: Θέατρο Αυλαία, Τσιμισκή 136, Πλατεία ΧΑΝΘ, Θεσσαλονίκη, τηλ. 2310 230013

Πότε: 9-10 και 16-17 Ιανουαρίου 2023

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Δευτέρα και Τρίτη στις 21.15

Εισιτήρια: 15 ευρώ (κανονικό), 12 ευρώ (μειωμένο)

Προπώληση εισιτηρίων: Ταμείο θεάτρου Αυλαία και viva.gr