Τέσσερις ηθοποιοί μιλούν για την παράσταση «Καλιγούλας»

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε η πρεμιέρα για το «Σφαγείο του Έρωτα» στο Σύγχρονο Θέατρο
8 Οκτωβρίου 2022
Ο Κωνσταντίνος Πλεμμένος, η Θεοδώρα Γεωργακοπούλου και η Χαρά Μάτα Γιαννάτου μας μιλούν για το «Μικρό Αναρχικό Καλοκαίρι / Βαρκελώνη ‘36»
10 Οκτωβρίου 2022

Οι τέσσερις ηθοποιοί της παράστασης «Καλιγούλας» που ανεβαίνει στο Θέατρο «Τζένη Καρέζη». (Φωτογραφίες παράστασης: Βασίλης Ζαβέρδας).

Sharing is caring!

Συνέντευξη στη Μαριλένα Θεοδωράκου

 

Η Ελένη Γεωργακοπούλου, ο Φάνης Δίπλας, ο Αλέξανδρος Κουκιάς και ο Αλέξανδρος Τσίτσος είναι οι τέσσερις ηθοποιοί που ερμηνεύουν στην παράσταση του έργου «Καλιγούλας» του Αλμπέρ Καμύ, που παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις, στο Θέατρο Τζένη Καρέζη. Μετά από έναν κύκλο επιτυχημένων παραστάσεων στο θέατρο Λιθογραφείον στην Πάτρα, οι ηθοποιοί μιλούν στο theatermag για την κωμική περφόρμανς που, με αφορμή την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Καλιγούλα, αποδομεί σαρκαστικά την εξουσία, την «πολιτική», τη θρησκεία, τον ερωτισμό και την τέχνη.

 

 

Ποιες είναι η επαφή σας με το έργο «Καλιγούλας» του Αλμπέρ Καμύ;

Ελένη Γεωργακοπούλου: Προσπαθώ να τον καταλάβω τον Καλιγούλα, η αλήθεια είναι, γιατί δεν μου φαίνεται μακριά από έναν άνθρωπο που βρίσκεται στην εξουσία. Η εξουσία φθείρει και βρισκόμαστε σε μια περίοδο, όπου κάθε μορφή ελευθερίας καταπατάται. Νομίζω, πως αν κάποιος άνθρωπος έμπαινε στην θέση του, θα έπραττε ανάλογα. Εστιάζουμε σε μια πιο ανθρώπινη πλευρά του. Και μπορώ να τον δικαιολογήσω, αφού όλα συμβαίνουν μετά τον θάνατο της αδελφής του. Έτσι, ο παραλογισμός του είναι δικαιολογημένος, εγώ τουλάχιστον προσπαθώ να τον δικαιολογήσω, όπως και πολλά πράγματα που συμβαίνουν γύρω μου-παράλογα και μη.

Φάνης Δίπλας: Από τον Καλιγούλα ως ιστορικό πρόσωπο, στον Καμύ -ο οποίος φτιάχνει ένα σπουδαίο έργο με υλικά από τις κυρίως φήμες που κυκλοφορούσαν για έναν παρανοϊκό ηγέτη, σ΄ εμάς και σε μια παράσταση το 2022, η οποία παίρνει ως αφορμή τις σχέσεις εξουσίας και ειδικά εξουσιαστή – εξουσιαζόμενου και τις προχωράει σε πιο ποιητικά επίπεδα, από τη μια και άλλες φορές σε πιο πεζά. Πώς μπορώ να μανιπουλάρω άλλους ανθρώπους; Πώς δέχεται ένας άνθρωπος να είναι κάτω από την εξουσία ενός άλλου ανθρώπου; Τι σημαίνει ελευθερία, είναι κάποιος ελεύθερος κάτω από δεσμά, κυνικά; Ζούμε σε μια πόλη, η έννοια της πόλης έχει μεγάλη σημασία, και η παράστασή μας είναι αυτό, ένα κοινό κι ένας πολιτικός, ο οποίος ξεδιπλώνει έναν μύθο ή μια πραγματικότητα.

Αλέξανδρος Κουκιάς: Νομίζω είναι μια παρεξηγημένη προσωπικότητα, ο Καλιγούλας, στο άκουσμα και μόνο του οποίου, σκεφτόμαστε έναν ηγέτη τυραννικό. Εμείς, εστιάζοντας στο σήμερα, ανακαλύπτουμε ότι, γύρω μας υπάρχουν πολλές παραλλαγές του Καλιγούλα, παραδείγματα τρελών ηγετών και ηγεμόνων, που με άλλα πρόσωπα και μεθόδους, επιχειρούν να πράξουν ανάλογα. Εμείς, πάμε να πιάσουμε τον ανθρώπινο Καλιγούλα, ένα παιδί που του ανατέθηκε ουσιαστικά ο κόσμος. Προσωπικά, νομίζω πως, αυτό το παιδί είχε κάποιες αναζητήσεις μέσα του, σχετικά με την ελευθερία, το θάνατο, τη διάρκεια και ουσία της ύπαρξης και, όντας ο απόλυτος αυτοκράτορας του τότε κόσμου, μοιραία γινόμαστε μάρτυρες μιας ποιητικής διαδρομής της τυραννίας του, με τον ίδιο ως τύραννο και τυραννούμενο συγχρόνως.

Αλέξανδρος Τσίτσος: Πρόκειται σίγουρα, για ένα έργο ενός μεγάλου δραματουργού, που περιγράφει την άνοδο και την πτώση ενός αυτοκράτορα, χρησιμοποιεί ιστορικά στοιχεία και τα μεταπλάθει σε επίκαιρα θέματα. Σήμερα, βομβαρδιζόμαστε συνεχώς από ανάξιους ηγέτες που καταχράζονται την εξουσία, για να υπηρετήσουν όχι τον άνθρωπο, τους πολίτες που αντιπροσωπεύουν, αλλά τις δικές τους ενδόμυχες φιλοδοξίες. Θέλοντας και μη, έρχομαι καθημερινά σε επαφή με κάποιον «Καλιγούλα». Αυτός ο «Καλιγούλας», δεν είναι βέβαια ο Καλιγούλας του Καμύ, αλλά μια αφετηρία να έρθουμε αντιμέτωποι με άλλα θέματα, πολύ πιο αρχέγονα κι ανθρώπινα.

 

 

Πρόκειται για μια κωμική περφόρμανς. Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τον τρόπο παρουσιάζεται η παράσταση στο θέατρο «Τζένη Καρέζη»;

Ελένη Γεωργακοπούλου: Το έργο αυτό καθαυτό είναι για μένα, βαθιά πολιτικό. Ή τουλάχιστον, πιστεύω έτσι το ερμηνεύουμε εμείς. Πιστεύω η πολιτική στο σήμερα, η αρχή της πολιτικής, έχει μια πολύ κωμική πλευρά για τον λαό. Όπως είπε και ο Αλέξανδρος, κι εμείς αυτό κάνουμε, παραθέτουμε στον κόσμο τις δικές μας ιδέες, αν είμασταν κάποια πολιτικά πρόσωπα και περιμένουμε κάποιες αντιδράσεις, έχει τρομερή διάδραση με το κοινό.

Φάνης Δίπλας: Εντάξει, κωμική περφόρμανς ονόμασε την παράσταση ο Τσέζαρις Γκραουζίνις. Προσπαθώντας να καταλάβω, υπάρχει η σχέση την οποία έχει ο ηθοποιός με το κοινό, φανταστείτε ότι η παράσταση ξεκινάει με αναμμένα φώτα παντού, ή μάλλον να μην πω τη λέξη παράσταση, αλλά όπως ρωτάτε τη λέξη περφόρμανς, δηλαδή ερχόμαστε σε έναν χώρο να ακούσουμε κάτι, σαν μια ιστορία που την έχουμε κάπως μακρινά ακούσει. Αλλά, υπάρχει τώρα η ευκαιρία, εδώ, να μας την πει κάποιος που την ξέρει, να μας πει κάτι που στην πορεία βλέπουμε, ότι δεν το ξέρουμε κι αυτό έχει και μια κωμική χροιά, γιατί ο καθένας νομίζει ότι το ξέρει κι αυτό δημιουργεί μια σύγκρουση. Έτσι, σοβαρά πράγματα που έχουν να κάνουν με την ζωή και τον θάνατο των ανθρώπων, με το πέρασμά μας στη ζωή, αν το πέρασμα μας αυτό αφήνει ένα αποτύπωμα, πολλές φορές φαίνονται, ακούγονται φαιδρά μπροστά στην καθημερινότητα κι αυτό δημιουργεί μια κωμική σύγκρουση καταστάσεων, σοβαρών καταστάσεων αλλά ανθρώπινων, αν βγουν από το ιστορικό πλαίσιο τους κι έρθουν στο σήμερα. Πιστεύω αυτό κάνουμε.

Αλέξανδρος Κουκιάς: Αν σήμερα, στο άκουσμα κάποιων ακραίων αποφάσεων που λαμβάνονται ερήμην μας, δοκιμάσουμε να αντιδράσουμε σοβαρά, τότε αυτός ο κόσμος δεν θα είναι ξανά ο ίδιος, με τις όποιες θετικές και αρνητικές συνέπειες.
Εδώ, μπαίνει το τεράστιο όπλο του ανθρώπου, το οποίο επιστρατεύει σε ακραίες καταστάσεις, ξορκίζοντας τα δαιμόνια της πραγματικότητας. Το χιούμορ. Στην παράσταση λοιπόν, έχουμε συμφωνήσει μεταξύ μας, ότι είμαστε ένα κέντρο εξουσίας που λαμβάνει αποφάσεις και βγαίνουμε κάθε βράδυ σε ένα διαφορετικό κοινό, που θα μπορούσε κάθε φορά να είναι μία συγκεκριμένη μερίδα πολιτών, και εξαγγέλλουμε τις αποφάσεις αυτές ατάραχα. Εκεί, λοιπόν, έγκειται ο όρος περφόμανς. Ψάχνουμε να βρούμε κάθε φορά τις αντιδράσεις του άλλου. Και ίσως παίζουμε κάπως, ψάχνουμε κι εμείς το χιούμορ εκείνης της στιγμής, στη μεταξύ μας τριβή με τους θεατές.

Αλέξανδρος Τσίτσος: Η «κωμική» αυτή «περφόρμανς», παίζεται σε απόσταση αναπνοής ανάμεσα σε ηθοποιό και θεατή, όπως ακριβώς και ο Καλιγούλας είναι πάντα, σε όλη τη διάρκεια της ηγεσίας του, σε απόσταση αναπνοής από τους πολίτες της Ρώμης. Κοιτάμε τον θεατή στα μάτια. Αυτό, γιατί προσπαθούμε να ξεκολλήσουμε τον Καλιγούλα από το χαρτί. Δεν είναι ο Καλιγούλας το θέμα, δεν είναι ο Καμύ το θέμα. Όλοι, στο άκουσμα του ονόματος Καλιγούλας, περιμένουμε να δούμε μια παράσταση, ίσως σαν ιστορικό ντοκιμαντέρ, ίσως λίγο σπλάτερ, μπορεί και με μια δόση πορνό. Στην περφόρμανς αυτή, δεν συμβαίνει αυτό. Είναι ένας Καλιγούλας του σήμερα, για μας, τους ανθρώπους του σήμερα.

 

 

Ποιος είναι ο ρόλος που ερμηνεύετε;

Ελένη Γεωργακοπούλου: Παίζω την Καισώνια, παίζω τη γυναίκα του Μούκιου, παίζω εμένα, μια γυναίκα του τώρα, μια γυναίκα του τότε, μια γυναίκα που κινείται ορμώμενη από το συναίσθημά της, έχει βαθιά πίστη στις ιδέες ενός ανθρώπου και μεγάλο θαυμασμό για αυτόν. Και είναι πραγματικά ερωτευμένη με τη ζωή.

Φάνης Δίπλας: Θα πω μια φράση που ακούγεται μέσα στο έργο:
«Ακόμα κι αν η βιτρίνα καταρρεύσει, το οικοδόμημα θα πρέπει να μείνει όρθιο». Αν η βιτρίνα είναι ο Καλιγούλας, και ο «Καλιγούλας» είναι πάντα η βιτρίνα, πάντα το πρόσωπο ή το προσωπείο ενός συστήματος, το οικοδόμημα δεν θα πέσει, γιατί το στηρίζω, το στηρίζουμε. Παίζω αυτόν που φροντίζει για το οικοδόμημα, είμαι το οικοδόμημα, o πολιτικός του σήμερα ή του αύριο; Θα μπορούσα να απαντήσω στο ερώτημα, αν ήξερα ποιος είναι ο Καλιγούλας της παράστασης.

Αλέξανδρος Κουκιάς: Είμαι ο Ελικώνιος, ένας πολιτικός ο οποίος είναι σαν λέμε το δεξί χέρι του Καλιγούλα, το «τσιράκι» του, όπως τον αποκαλεί ο πολιτικός του αντίπαλος, Χαιρέας. Ο ίδιος ο Ελικώνιος, πιστεύει ότι είναι ο πιο κοντινός άνθρωπος του Καλιγούλα, ο πιστός του μέχρι τέλους ακόλουθος. Μου γεννήθηκαν μια διαπίστωση και ένα ερώτημα εδώ: Όσο πιο κοντά είσαι σε έναν Καλιγούλα, τόσο πιο εύκολα απομακρύνεσαι από την αντικειμενικότητα. Δυσκολεύεσαι να σκεφτείς αν, οι αποφάσεις που παίρνει, όσο ακραίες κι αν είναι και, τις οποίες πρέπει μετά να μεταφέρεις και διαχειριστείς εσύ, είναι σωστές ή λάθος; Κατά συνέπεια, γεννάται το ερώτημα κατά πόσο γίνεσαι κι εσύ ίδιος. Νομίζω πως στη διάρκεια της παράστασης (και της ζωής) δοκιμάζουμε όλοι οι χαρακτήρες το προσωπείο του Καλλιγούλα, απολαμβάνοντάς το στιγμιαία…

Αλέξανδρος Τσίτσος: Είναι μια παράσταση, στην οποία δεν μπορούμε προσποιηθούμε, να κρυφτούμε πίσω από έναν ρόλο, είμαστε όλοι Καλιγούλας. Γιατί είμαστε όλοι ηθοποιοί, και όλοι μας είμαστε άνθρωποι. «Ειλικρίνεια», να ένα συστατικό που απαρτίζει την περφόρμανς αυτή. Είμαι ο Αλέξανδρος ή ο Σκιπίωνας; Μήπως είμαι ο Καλιγούλας; Αυτός μας διαπερνάει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Ειλικρινά, ο ρόλος μου είναι να τον καταλάβω.

 

 

Πώς δουλέψατε με τον σκηνοθέτη της παράστασης, Τσέζαρις Γκραουζίνις;

Ελένη Γεωργακοπούλου: Ο Τσέζαρις, υπήρξε δάσκαλός μου και συνεχίζει να είναι δάσκαλος. Είναι η δεύτερη φορά που δουλεύουμε μαζί. Και νιώθω πολύ τυχερή, γιατί είναι από τους λίγους ανθρώπους που «καίγονται» γι’ αυτό που κάνουν -καίγονται να πουν αυτό που έχουν να πουν κι εσύ βρίσκεις μία δίοδο- αν δεν έχεις άλλους τρόπους, να το κάνεις στο θέατρο. Πως δουλέψαμε; Γενικά, ο Τσέζαρις δίνει πολύ ελευθερία στον ηθοποιό, γιατί είναι μια σχέση αμφίδρομη. Δίνεις και παίρνεις αντίστοιχα, είναι συλλογική η δουλειά, δεν καταφέρνεις κάτι μόνος σου, ούτε σε μανιπουλάρει στο να καταφέρεις να φτάσεις κάπου. Παίρνει από αυτό που του δίνεις και φτάνετε σε ένα αποτέλεσμα μαζί. Εμπνέεται από τον ηθοποιό και εσύ από τις ιδέες του. Κι αυτό, νομίζω ότι είναι η πραγματική επιτυχία στη δουλειά μας.

Φάνης Δίπλας: Δεν είναι η πρώτη φορά που δουλεύω με τον Τσέζαρις Γκραουζίνις. Eίναι ίδια με την προηγούμενη; Είναι τόσο ίδιο όσο και διαφορετική, ο άνθρωπος είναι ο ίδιος δηλαδή κι εγώ και ο σκηνοθέτης, αυτό δεν αλλάζει, αλλά αλλάζουν οι συνθήκες, αλλάζουν καλλιτεχνικά ζητούμενα, αλλάζει η παράσταση. Προσαρμοζόμαστε σε αυτά; Ναι. Φανταστείτε, δουλέψαμε μέσα στην καραντίνα το πρώτο έργο και στο τέλος της – όπως λέει ο Μητσοτάκης -, το δεύτερο. Πόσο, προσαρμοστικός είναι σε αυτά ο Γκραουζίνις; Πολύ κατά τη γνώμη μου. Το θέμα δεν είναι το τι ξέρει για την παράσταση – που ξέρει -αλλά την ώρα που δουλεύει το τι μπορούμε να κάνουμε μαζί. Ενώ έχει την έμπνευση μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας από το ξεκίνημα, κάνει τον ηθοποιό να νομίζει ότι τα κάνει αυτός. Είναι καλό αυτό; Είναι πολύ καλό. Τον εκτιμώ, τον εμπιστεύομαι καλλιτεχνικά. Θα σταματήσω εδώ, γιατί τα κακά λόγια δεν τα λέμε για τον σκηνοθέτη στις συνεντεύξεις.

Αλέξανδρος Κουκιάς: Με τον Γκραουζίνις, πάντα βρισκόμαστε να συζητήσουμε για μια ιδέα ενός έργου που τον απασχολέι, με στόχο αυτή η ιδέα να καταλήξει σε μια ολοκληρωμένη παράσταση. Το σύνηθες θα έλεγε κάποιος! Με τον Τσέζαρις λοιπόν, ξαφνικά πιάνω τον εαυτό μου να έχει χάσει την αίσθηση της απόστασης που υπάρχει, ανάμεσα στην ιδέα και το ολοκληρωμένο παραστασιακό προϊόν. Κάπου, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, συμβαίνει κάτι μαγικό και, ακροβατώντας βρίσκεσαι στη σκηνή, έχοντας την ανάγκη να πεις κάτι που το πιστεύεις τόσο, σαν να ήσουν παιδί, έχοντας αποβάλλει ή υπερβεί ζητήματα, όπως «καλός\κακός ηθοποιός» και «καλή\κακή παράσταση».

Αλέξανδρος Τσίτσος: Εγώ, θα δανειστώ από την Ελένη τη λέξη «τυχερός». Γιατί μου δόθηκε μια ευκαιρία, με το που τελείωσα την δραματική σχολή να συνεργαστώ με έναν αγαπημένο δάσκαλο. Φανταστείτε έναν δάσκαλο, που μαζί του ξεκινήσαμε στο πρώτο έτος, να ρίχνουμε το πρώτο νερό στο αυλάκι. Κοίταζα τα μεγαλύτερα έτη, την Ελένη Γεωργακοπούλου, τον Αλέξανδρο Κουκιά και ευχόμουν μια μέρα ίσως σε δύο χρόνια, τρίτο έτος, να φτάσω κι εγώ εκεί. Φανταστείτε τώρα κάποιοι «Καλιγούλες», να σου στερούν αυτόν τον δάσκαλο, απότομα, παράλογα, να διακόπτουν τη σπουδή σου μαζί του, αλλά τρία χρόνια μετά, εκείνος να σε ξαναβρίσκει και να συνεχίζεις την μαθητεία που σου στέρησαν μαζί του. Και τώρα μάλιστα, σε ένα άλλο πλαίσιο, σκηνοθέτη – ηθοποιού, σε μια συνθήκη παράστασης, πάνω σε έμπρακτη δουλειά. Τυχερός, αυτό.

 

 

Ποιο είναι το θέμα του έργου και γιατί είναι σήμερα επίκαιρο;

Ελένη Γεωργακοπούλου: Θα ξεκινήσω με τα δεδομένα. Κάθε παράσταση έχει ένα θέμα. Από εκεί, ο θίασος ξεκινάει και δουλεύει και υπάρχει μια γραμμή πολύ συγκεκριμένη. Κάθε μεγάλο έργο, έχει μια καθολικότητα και γι’ αυτό παίζεται ξανά και ξανά. Αφορά τον σύγχρονο άνθρωπο, ακριβως όπως αφορούσε και έναν θεατή τη χρονική στιγμή που γράφτηκε. Εγώ δεν μπορώ να μιλήσω για το τι διακυβεύεται στη δική μας παράσταση, αλλά όπως είπε κι ο Φάνης πολύ σωστά, ο θεατής ερχόμενος με όλα του τα προβλήματα της καθημερινότητας, με τη χαρά, με τη λύπη, με, με… ερμηνεύει κάθε φορά κάτι διαφορετικό σε οποιανδήποτε παράσταση, οπότε τα μάτια του βρίσκουν το θέμα και στη δική μας περφόρμανς. Εγώ είμαι απλώς το μέσο να του μεταφέρω κάτι. Επειδή και το έργο από μόνο του, μιλά για αυτή την εκ βαθέων αναζήτηση στην ψυχοσύνθεση του ανθρώπου, ο καθένας έχει τη δική του ερμηνεία για το τι βλέπει, πού κουμπώνει η δική του ευαισθησία και τι τελικά τον συγκινεί.

Φάνης Δίπλας: Αλήθεια, θα ήθελα να μάθω κι εγώ σε αυτή την ερώτηση τι θα απαντούσε ο θεατής που θα έβγαινε από την παράστασή μας. Δηλαδή, ποιο ήταν το θέμα, τι τον άγγιξε, ποια ήταν η εμπειρία που του δημιουργήθηκε; Εμείς αυτό θέλουμε να πετύχουμε, αυτό είναι το θέμα της παράστασής μας. Τώρα επί του περιεχομένου: εμείς αναπτύξαμε τη σχέση μας με τον ή τους ρόλους και την δραματουργία την ίδια, εμείς λέμε την ιστορία. Αυτήν την ιστορία την πλαισιώνουν ιστορικές συνθήκες, πρόσωπα, εξουσίες, εξουσιαζόμενοι, μια πόλη ολόκληρη. Άρα το έργο είναι πολιτικό; Κάποιες στιγμές, όμως, ζητάει το ίδιο το έργο το φεγγάρι. Άρα το έργο είναι ποιητικό; Αυτή την συρραφή μικρών σοβαρών ή φαιδρών πραγμάτων, καθημερινότητας ή μεγάλου ιστορικού πλαισίου, προσπαθούμε εμείς να την πούμε, απλά σαν μια ιστορία στο τώρα, φτιάχνοντας σχέσεις μεταξύ μας κι αναπτύσσοντας σχέσεις με το κοινό. Έτσι ξεκινάει και περίπου έτσι τελειώνει το έργο – μην αποκαλύψω το τέλος – στη σχέση του με το κοινό. Άρα, νομίζω ότι ενώ έθεσα ζητήματα που θέτει η ίδια η δραματουργία της παράστασής μας, το κεντρικό του θέμα, θα ήθελα κι εγώ και οι θεατές που θα δουν την παράσταση, να μου μιλήσουν μετά για αυτό και για την εμπειρία που πήραν. Αυτό.

Τζέζαρις Γκραουζίνις: Ο καλύτερος θεατής για μας είναι ο άνθρωπος χωρίς προσδοκίες, με ανοιχτή καρδιά, με ανοιχτό μυαλό. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να απολαύσει κανείς την παράσταση μας.
Να μείνει ο μόνος λογικός άνθρωπος σε αυτόν τον παράλογο κόσμο.

Φάνης Δίπλας: Βρήκα κι άλλο ένα σύνθημα “Ελληνικό” που ταιριάζει στην παράστασή μας: Ελευθερία ή θάνατος!

Αλέξανδρος Κουκιάς: Κάθε έργο που έχει μέσα του σαν κεντρικά ζητήματα, τη σχέση μεταξύ εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου, ή τη σχέση ζωής και θανάτου, είναι διαχρονικό και πάντα επίκαιρο. Ο Καμύ, με τον Καλιγούλα καταπιάνεται με ένα ιστορικό πρόσωπο και παραθέτοντας κάποια από τα γεγονότα της εποχής, κατασκευάζει την ιστορία που θα τυλίξει τελικά, μια φιλοσοφική σπουδή πάνω στα ζητήματα της ύπαρξης και τα μεγάλα ερωτήματα του ανθρώπου.

Αλέξανδρος Τσίτσος: Όλοι σήμερα ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη βία της εξουσίας, είτε άμεσσα είτε έμμεσα. Η δική μας δουλειά, βέβαια, δεν είναι να περιγράψουμε αυτήν τη βία, αλλά να φανταστούμε από που προέρχεται αυτή η βία και που θα φτάσει αυτή η βία. Να φανταστούμε, δηλαδή, ποιο θα είναι το επόμενο στάδιο ενός κόσμου κατακλεισμένου από βία όπως του Καλιγούλα, όπως και του δικού μας. Ποια θα είναι η εξέλιξη αυτού του κόσμου; Αυτή τη δουλειά κάνουμε. Κι ο Καλιγούλας από την άλλη πλευρά, αυτό προσπαθεί. Να φανταστεί. Η βία είναι το μέσο του, αλλά ο ίδιος προσπαθεί να οραματιστεί έναν κόσμο αλλιώς. Δεν μπορούμε να συμβιβαστούμε με έναν κόσμο βυθισμένο στο σκοτάδι, πάντα μετά το σκοτάδι έρχεται το φως. Ο Καλιγούλας κοιτάζει έναν σκοτεινό ουρανό και το μόνο που θέλει από αυτόν είναι το φεγγάρι. Κι αυτό προσπαθεί να αποκτήσει.

 

Πληροφορίες για την παράσταση «Καλιγούλας»

Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Τσέζαρις Γκραουζίνις
Σκηνικό – Κοστούμια: Κέννυ ΜακΛέλλαν
Πρωτότυπη μουσική: Χάρης Πεγιάζης
Φωτισμοί: Ευσταθία Δρακονταειδή

Ηθοποιοί: Ελένη Γεωργακοπούλου, Φάνης Δίπλας, Αλέξανδρος Κουκιάς, Αλέξανδρος Τσίτσος

Φωτογραφίες παράστασης: Βασίλης Ζαβέρδας
Υπεύθυνη επικοινωνίας: Μαρίκα Αρβανιτοπούλου | Art Ensemble
Παραγωγή: ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ
Υποστήριξη: Mosaic//Culture&Creativity

Πού: Θέατρο «Τζένη Καρέζη», Ακαδημίας 3, 106 71 Αθήνα, τηλ. 210 3636144, 210 3644921

Πότε: από 14 Οκτωβρίου 2022 και κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 21.0. Έως 4 Δεκεμβρίου 2022

Διάρκεια: 1 ώρα και 35 λεπτά

Εισιτήρια: 18 ευρώ, 15 ευρώ μειωμένο και 12 ευρώ (ανέργων, ΑΜΕΑ)

Προπώληση εισιτηρίων: 12€

 

Η παράσταση επιχορηγήθηκε από το ΥΠ.ΠΟ.Α.