Μάριος Λεβέντης: «Υπάρχει μεγαλύτερη τέχνη απ’ τον επιούσιο που παλεύει να κατακτηθεί;»

Θεοδώρα Σιάρκου: «Όταν καταπιανόμαστε με πραγματικές μαρτυρίες προσφύγων, η προσέγγιση πάντα κρύβει βαθύτερη συγκίνηση και απόλυτο σεβασμό»
3 Αυγούστου 2022
Ο Δημήτρης Φραγκιόγλου ερμηνεύει δύο μονόπρακτα του Ιάκωβου Καμπανέλλη
8 Αυγούστου 2022

Ο επιστήμονας του θέατρου, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και δοκιμιογράφος, Μάριος Λεβέντης.

Sharing is caring!

 

Συνέντευξη στη Μαριλένα Θεοδωράκου

 

Είναι θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και δοκιμιογράφος, ο οποίος παρουσίασε την πρώτη του συγγραφική δουλειά σε ηλικία 18 ετών και έκτοτε έχει εκδώσει οκτώ τίτλους. Ο Μάριος Λεβέντης, μιλάει στο theatermag για το πρόσφατο θεατρικό του έργο με τίτλο «Κρουασάν», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις οδός Πανός, για το θέατρο στην Ελλάδα, καθώς και για την άνθιση της μυθοπλασίας στην τηλεόραση με τη συμμετοχή των θεατρικών ηθοποιών και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

 

Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με τη συγγραφή;

Δεν πρόλαβα ποτέ να το αναλύσω. Έγραψα πολύ από νωρίς και εργάζομαι στο δημόσιο λόγο από τα 18 μου χρόνια ασταμάτητα. Είχα την ευλογία να κάνω ρεπερτόριο έργων και να οδηγηθώ μοιραία στην ταπεινότητα των ίδιων των νοημάτων μου. Είναι, λοιπόν, πολύ περισσότερες οι ευθύνες από τις αναλύσεις. Το βέβαιο είναι, πως όλα ξεκίνησαν από το θέατρο που δεν μου έκανε ποτέ οντισιόν αμφιβολιών, αλλά με κράτησε κοντά του. Η σχέση με την τέχνη δεν είναι μονήρης, είναι αμφίδρομη. Αλλιώς την χρησιμοποιείς, δεν την εμπλουτίζεις. Κι αυτό είναι το μόνο που μας διαφοροποιεί από το πρόσκαιρο.

 

«Κρουασάν». Τι σημαίνει ο τίτλος του νέου σας θεατρικού έργου;

Ήθελα να μιλήσω για το θνητό, το φθαρτό, το αναλώσιμο, για το συσκευασμένο, για το «προσδόκιμο» που έχει ημερομηνία λήξης. Όπως ακριβώς το δώρο της ζωής.

 

 

Ποια είναι τα θέματα του «Κρουασάν»;

Το έργο μιλάει για την φτώχεια, τη στέρηση που εξαπλώνεται σαν μόνιμος ιός του μετεωρισμού μας. Την καθολική φτώχεια, την ένδεια. Την πνευματική, την συναισθηματική και την υλική. Για την μάστιγα της ευνοιοκρατίας που καταξιώνει τους σοβαροφανείς της ραστώνης σε καριερίστες, ενώ η εντιμότητα περιπλανιέται μόνη αναζητώντας το άστρο της. Μιλάει για την εκούσια και την ακούσια απόρριψη, σ’ έναν κόσμο με επιλεκτική αποδοχή και παραδέχεται τον κοινό κρυφό μας φόβο: την εγκατάλειψη.

 

Είστε αρκετά νέος και εργάζεστε επαγγελματικά στο χώρο των τεχνών εδώ και κάποια χρόνια. Ποια είναι η αντιμετώπιση που είχατε ως νέος συγγραφέας;

Η «αντιμετώπιση» των άλλων ξεκινάει πάντα από το πως αντιμετωπίζουμε εμείς οι ίδιοι τις υποστάσεις μας. Ήξερα ότι εισέρχομαι σ’ έναν χώρο ακατάσχετου πληθωρισμού, που όλοι δηλώνουν τρανοί και σπουδαίοι, αλλά το ευτύχημα ήταν ότι εμένα με προσκάλεσαν οι εκδότες. Δεν τους κάλεσα εγώ. Αντιμετώπισα τα έργα μου ως παραγωγές. Με συνέπεια. Τους έδωσα άμυνες, σεβασμό, ειλικρίνεια, τροφή, νόημα, μηνύματα.
Βγήκα σε πολύ μεγάλες κοινωνικές κρίσεις, τις οποίες όφειλε να διαχειριστεί η καλλιτεχνική μου αποστολή και όχι να τις αγνοήσει. Να μπορέσει να σταθεί στον κόσμο, στις ανάγκες του, στις πληγές του, στις αλλαγές του, στα διλλήματά του. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κρίση από την ίδια την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι σκληρή, χωρίς ποτέ να είναι παρωχημένη. Είναι πάντα μπροστά μας. Έχω πια την βεβαιότητα πως δεν έχει βαρύνουσα σημασία μια προσωπική, αλλά μια κοινωνική επιτυχία μέσα από ένα έργο.

 

 

Τι θα συμβουλεύατε τους συναδέλφους σας;

Δεν ξέρω αν η εγωλατρία που διακρίνει τον χώρο μας, έχει ανάγκη τις δικές μου συμβουλές. Σε κάθε περίπτωση όμως, αν θεωρούν χρήσιμη τη συμβουλή μου, θα τους έλεγα ν’ απορρίψουν την εύκολη διασημότητα και να προτιμήσουν τη διάρκεια. Έτσι κι αλλιώς, αυτή μας αποκαλύπτει όλους.

 

Δραστηριοποιήστε και ως κριτικός θεάτρου. Πώς αντιλαμβάνεστε εσείς την κριτική μιας παράστασης;

Η κριτική, χρήσιμη ή όχι για κάποιους, δεν παύει να είναι μέρος της θεατρικής διαδικασίας έστω κι αν αφορά το «μετά» του παραστάσιμου γεγονότος. Στόχος της δεν είναι ούτε η κολακεία, ούτε η διαπόμπευση μιας παράστασης. Είναι η γενικότερη βελτίωση του θεάτρου, μέσα από μια ευγενική τεκμηρίωση, εμπεριστατωμένη ευαισθησία και πραγματική γνώση του αντικειμένου.

 

Πώς κρίνετε το γεγονός ότι το θέατρο «εκπέμπει σήμα» και μέσω της τηλεόρασης; Παρατηρούμε άνθιση της μυθοπλασίας και πολλά παραδείγματα με θεατρικούς ηθοποιούς.

Στην τηλεόραση με ενδιαφέρει το κομμάτι της μυθοπλασίας, γιατί σχετίζεται με την υποκριτική και την αξία της. Το γεγονός ότι στελεχώνεται από περισσότερους ανθρώπους του θεάτρου –πρώτα απ’ όλα συμφέρει το ίδιο το θέατρο– την ενδυναμώνει, την αναδεικνύει ποιοτικά και την βοηθάει, όπως άλλωστε και η ίδια η τηλεόραση βοηθά και εξελίσσει τον ηθοποιό.

Ας πούμε πολύ ειλικρινά, ότι πάντα έκανε μια σύσταση της παραγωγής και της υποκριτικής δυναμικής που διαθέτουμε. Ούτε καινούργιο είναι, ούτε κατακριτέο. Απλώς, τώρα που υποχώρησαν τα ευτελή προγράμματα που κάλυπταν τις ζώνες των καναλιών, δείχνει σπουδαιότερο, ακριβώς γιατί καταλήγει δημιουργικό. Μην την υποτιμούμε. Καλώς ή κακώς, φαίνεται πως η τηλεόραση ανοίγει πλέον μια νέα δεξαμενή επικοινωνίας με τον κόσμο του θεάτρου κι έχει αποδείξει ότι αν θέλει, μπορεί να γίνει αξιοπρεπής νησίδα καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Οπωσδήποτε η καταξίωση και η μαγεία είναι και θα είναι πάντα στην σκηνή. Δεν θεατρίζονται όμως όλοι. Και σε μια εκτεταμένη ανάγνωση του φαινομένου που συζητάμε: γιατί να μην εκτιμάμε και τις εγχώριες τηλεοπτικές παραγωγές μας; Ζουν κι από ‘κει οικογένειες και συντροφεύουν όλα τα νοικοκυριά, δωρεάν. Και μάλιστα, την ίδια στιγμή που το θέατρο αποβαίνει πολυτέλεια για τον μέσο εργαζόμενο με τις τιμές των εισιτηρίων του στα ύψη.

 

Ποια είναι η εικόνα που έχετε για το θέατρο στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, ως συγγραφέας και επιστήμονας του θεάτρου;

Το μόνιμο ζητούμενο του θεάτρου είναι η ανανέωση. Το θέμα είναι ότι δεν προσπαθεί να αντιμετωπίσει στο ελάχιστο τον συντηρητισμό του, αλλά αντίθετα επενδύει διαρκώς σ’ αυτόν. Αντιμετωπίζουμε τεράστιο πρόβλημα με τις «σκηνοθετικές απόψεις” που παρεισφρέουν, αλλά και στο ρεπερτόριο το οποίο είναι κάκιστα επανειλημμένο. Έχουμε υποχρεωτική ανάγκη νέα έργα –κυρίως νεοελληνικά– να μιλάνε τη γλώσσα μας, την εθνική μας ιδιοσυγκρασία και το πιο σημαντικό: την σημερινή εποχή μας. Και υπάρχουν παρά πολλά, αλλά δεν τα διαλέγουν γιατί φοβούνται το ταμείο.

Κι ύστερα, έχουμε μια τάση να μαλώνουμε το θέατρο, ενώ κι αυτό το καθορίζουν συγκεκριμένες κλίκες. Δεν ευθύνεται η επαρχία, επί παραδείγματι, που το στερείται, γιατί για να πάει ο κόσμος στο θέατρο, πρέπει να έχει και θέατρο. Το Εθνικό Θέατρο, θα μπορούσε να ήταν πράγματι εθνικό κι όχι αθηναϊκό. Θα μπορούσαν να δημιουργηθούν φεστιβάλ ανεύρεσης νέων έργων, συγγραφέων και ηθοποιών σε όλη την Ελλάδα, να αναπτυχθούν κλιμάκια χειμερινών περιοδευόντων θιάσων, ώστε να φτάσουμε σ’ ένα επίπεδο να έχουμε έναν ικανό θεσμό στο θέατρο χειμώνα-καλοκαίρι και να μην καυχιόμαστε μόνο για την Επίδαυρο στα θερινά της.

Το υπουργείο Πολιτισμού, θα μπορούσε να ήταν πράγματι πολιτισμού κι όχι κέντρο εξυπηρέτησης επιχορηγήσεων και άστοχων δηλώσεων. Αφήνουμε, όμως, τα πάντα στην ουτοπία τους και είμαστε επαναπαυμένοι. Αν δρούσαμε με αγάπη προς το καλύτερο αποτέλεσμα, θα τολμούσαμε να εξάγουμε και στο εξωτερικό την πνευματικότητά μας και δεν θα χαλούσαμε τον κόσμο με χίλιες παραστάσεις τη σεζόν κι αυτές πάλι στην Πρωτεύουσα. Κατανοητή η πικρή αλήθεια ότι και το θέατρο είναι μαγαζί. Θα πρέπει όμως να επανεξετάσει το βαρόμετρό του. Τι είναι περισσότερο, τελικά; Τέχνη ή επιχείρηση;

 

Πώς κρίνετε την σημερινή ελληνική πραγματικότητα;

Η ελληνική πραγματικότητα είναι τουλάχιστον εχθρική απέναντι στο λαό της. Αναρωτιέμαι: Τι νόημα έχει να μιλάμε για τέχνη, όταν η φτώχεια, οι λογαριασμοί και τα χρέη μαστίζουν την καθημερινότητά μας; Υπάρχει μεγαλύτερη τέχνη απ’ τον επιούσιο που παλεύει να κατακτηθεί; Τόσοι άνεργοι, άστεγοι, άρρωστοι, τόσοι εγγράμματοι αδιόριστοι, παιδιά με εφόδια και νέοι στο χάος, τόσες μονογονεϊκές οικογένειες, τόσα πελαγωμένα σπίτια…

Όλοι δοκιμαζόμενοι πολίτες, επί ξύλου κρεμάμενοι. Και η πολιτεία; Το έργο της να σταθεί στο σύνολο και όχι μόνο στους ψηφοφόρους της; Η γενναία απόφαση για το ταλαιπωρημένο «κοινό καλό»; Η ηθική, η οικονομική συνδρομή του ανθρώπινου λαϊκού ενδιαφέροντος; Πού είναι; Προφανώς θα συμπεριλαμβάνονται στους μακροσκελείς λόγους της επόμενης εκλογικής περιόδου και δεν θα τα δούμε ποτέ επί το έργον. Η Ελλάδα ήταν πάντα πολυλογού. Η εξευγενισμένη χώρα των λογυδρίων. Κι αυτή την ευφράδειά της, την πληρώνουμε πάντα απ’ τα δεδουλευμένα μας.

 

 

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Μάριος Λεβέντης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1997. Θεατρικός συγγραφέας, Ποιητής και Δοκιμιογράφος. Εμφανίστηκε στα γράμματα 18 ετών και συνέχισε αδιαλείπτως εκδίδοντας μέχρι σήμερα 8 τίτλους. Έγραψε τα θεατρικά: «Μωβ με γκρι» (Διάνυσμα, 2015), «Τελευταία απόστροφος» (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2017), «Μετρητά» (Εκδόσεις Οδός Πανός, 2019) «Φοβισμένη επαρχία» (Εκδόσεις Οδός Πανός, 2021) και «Κρουασάν» (Εκδόσεις Οδός Πανός, 2022). Καθώς και τα ποιητικά: «Η δεύτερη άνοιξη» (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016) «Αυτόγραφο» (Εκδόσεις Οδός Πανός, 2018) και «Πόστερ» (Εκδόσεις Οδός Πανός, 2020).
Παράλληλα, δημοσιεύτηκαν περισσότερα από 150 δοκίμιά του στον ηλεκτρονικό Τύπο. Μελοποιήθηκαν στίχοι του και τιμήθηκε πολλές φορές σε ανθολόγια ποίησης. Από μελετητές της εργογραφίας του κρίνεται και επαινείται ως «ο σημαντικότερος νέος δημιουργός αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα που ασχολείται σχολαστικά με την εξημέρωση της κοινωνίας μας”. Αποφοίτησε από το τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Φιλοσοφικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Βρείτε τον συγγραφέα:

ΜΑΡΙΟΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ (mariosleventis.blogspot.com)

Μάριος Λεβέντης / Μarios Leventis | Facebook

Μάριος Λεβέντης (@leventismarios.official) | Instagram