H Μυρτώ Πανάγου και η Γιούλη Καρναχωρίτη μιλούν για την παράσταση «Να γιατί πεθαίνω σύντροφοι!»

Ο Σάββας Στρούμπος σκηνοθετεί την παράσταση «Αναφορά για μια Ακαδημία»
11 Μαρτίου 2022
Δανάη Λιοδάκη: «Το έργο “Hyperspace ή αλλιώς..” είναι αρκετά απαιτητικό για τους ηθοποιούς, γιατί και οι τέσσερις πρέπει να είναι διαρκώς σ’ έναν κοινό ρυθμό»
11 Μαρτίου 2022

Sharing is caring!

 

Συνέντευξη: Μαριλένα Θεοδωράκου

 

Κρατώντας τo βασικό σκελετό του πολυπρόσωπου έργου «Ο Αυτόχειρας» του Ρώσου σατιρικού συγγραφέα Νικολάι Ρομπέρτοβιτς Έρντμαν, η παράσταση «Να γιατί πεθαίνω σύντροφοι!» παρουσιάζει μια εκδοχή για έντεκα ηθοποιούς.

Η Μυρτώ Πανάγου και η Γιούλη Καρναχωρίτη μιλούν στο theatermag για τους ρόλους που ερμηνεύουν, τη συνεργασία τους με τον σκηνοθήτη Ηλία Κούτλα και το θέμα του έργου το οποίο μέσα σε ένα αδρό Σοβιετικό φόντο, φέρνει την ευφυέστατη σάτιρα του Έρντμαν σε ένα σύγχρονο πλαίσιο και την παντρεύει με στοιχεία της ελληνικής λαϊκής παράδοσης.

 

Ποιο είναι το θέμα της παράστασης «Να γιατί πεθαίνω σύντροφοι!» και τι σημαίνει ο τίτλος της;

Μυρτώ Πανάγου: Η παράσταση βασίζεται σε πολλαπλούς μικρόκοσμους ανθρώπων, όπου ο καθείς τελικά διατυμπανίζει τα δικά του θέλω και τις δικές του επιδιώξεις με κοινό γνώμονα ένα σενάριο αυτοκτονίας και έναν ενδεχόμενο αυτόχειρα για ποικίλους οπορτουνιστικούς σκοπούς. Ουσιαστικά, δηλαδή, βασίζεται σε μια αποτύπωση του τραγέλαφου που λέγεται ανθρώπινη ύπαρξη μέσα σε ένα φόντο πραγματικότητας συνδεδεμένης με απόηχους της ιστορίας του τότε και των ευρύτερων κοινωνικών συνθηκών που επικρατούσαν.
Εξού και ο τίτλος «Να γιατί πεθαίνω σύντροφοι!», τίτλος κατεξοχήν αυτοσαρκαστικός και σαμποταριστικός, καταδεικνύει την έλλειψη συνείδησης και ουσίας ακόμα και σε αυτό το απονενοημένο διάβημα. Ο ίδιος ο ήρωας μέσα στο έργο αναλογίζεται και προσπαθεί να καταλάβει γιατί τελικά πεθαίνει. Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι μέχρι τέλους δεν βρίσκει μια απάντηση που να τον ικανοποιεί, αυτό το «να γιατί πεθαίνω σύντροφοι» παραμένει τελικά αβέβαιο και ανίσχυρο. Η δύναμη της ζωής – και η ειλικρίνεια με την οποία την εκφράζει ο Έρντμαν – αναδεικνύεται ως η κεντρομόλος δύναμη, πολύ πιο ισχυρή από όλα.

Γιούλη Καρναχωρίτη: Το θέμα της παράστασης θεωρώ ότι εμπεριέχεται στον παραπάνω τίτλο της. Είναι η απεγνωσμένη προσπάθεια ενός απλού ανθρώπου, του φερόμενου ως «αυτόχειρα» πρωταγωνιστή, να χωρέσει κάπου. Να καταλάβει γιατί πεθαίνει κοινωνικά, προσωπικά, ψυχικά, σωματικά σε έναν κόσμο που βροντοφωνάζει «Όλοι για τον καθένα!», ενώ αυτός παραμένει ο κανένας. Τον παραπάνω τίτλο εμπνεύστηκε εύστοχα ο Ηλίας Κούτλας από το ίδιο το έργο κι εμείς οι υπόλοιποι συνυπογράψαμε την ιδέα του.

 

Η ηθοποιός Μυρτώ Πανάγου.

Ποιες ήταν οι σκέψεις σας όταν διαβάσατε αυτό το έργο του Νικολάι Ρομπέρτοβιτς Έρντμαν;

Μυρτώ Πανάγου: Ο Νικολάι Έρντμαν δημιουργεί ένα ιλιγγιώδες σύμπαν από το οποίο παρελαύνουν ποικίλες ανθρώπινες οντότητες που η καθεμία με τον τρόπο της τονίζει λίγο και πιο βαθιά την κωμικοτραγική διάσταση στα ανθρώπινα. Στο κέντρο όλων αυτών βρίσκεται ο ήρωας Σεμιόν, ο «ανθρωπάκος» που θα λέγαμε στην καθομιλουμένη, που από απλός ανθρωπάκος γίνεται ένας «τιτάνας» με κόστος την ίδια του τη ζωή, αφού η αυτοχειρία του φαντάζει όνειρο επιτυχίας για τα διάφορα ανθρώπινα αρπακτικά που τον περικυκλώνουν.

Το έργο προσωπικά με αγγίζει βαθιά, τονίζει τόσο αληθινά, πηγαία και άμεσα την ανθρώπινη φαιδρότητα και μηδαμινότητα. Χωρίς ίχνος διδακτισμού και ηθικολογίας ωστόσο. Με μοναδικά όπλα  έναν φρενήρη δραματικό ρυθμό, ένα λόγο άμεσο και αληθινό και χαρακτήρες πλούσιους και γενναιόδωρους. Με μοναδικό όπλο, δηλαδή, τα δομικά στοιχεία του είδους της κωμωδίας.

Και αν σκεφτεί κανείς και την ευαίσθητη χρονική στιγμή που γράφεται, μόλις στα 1928 με μια Ρωσία βαθιά βουτηγμένη στην  πραγματικότητα της μετεπαναστατικής συνθήκης, φανερώνεται τελικά ακόμα πιο πολύ το ειλικρινές, ανθρώπινο και τελικά επαναστατικό στοιχείο του έργου αυτού. Επαναστατικό όχι γιατί αναμασάει θεωρίες και κηρύγματα,  αλλά γιατί φωτίζει την ανθρώπινη διάσταση στο έπακρο.

Γιούλη Καρναχωρίτη: Δράττομαι της ευκαιρίας να πω ότι το έργο αυτό ήταν πρόταση του Ηλία του Κούτλα, του σκηνοθέτη μας επί της παρούσης, σε μία από τις «καραντινοαναγνώσεις» που κανονίζαμε κάποιοι φίλοι – στη μεγάλη για τους καλλιτέχνες και κάποιους ακόμη κλάδους καραντίνα. Αυτές οι αναγνώσεις, ειδικά για εμάς που είμαστε σε αναστολή τότε κι ως επί των πλείστον σε πλήρη περιορισμό μετακίνησης, ήταν πράγματι όαση στην έρημο.
Σε αυτές λοιπόν τις συνθήκες, διάβασα αυτό το έργο πρώτη φορά. Ταυτίστηκα απόλυτα με τον έξω και έσω περιορισμό των ηρώων και κυρίως του Σεμιόν. Αυτού του συνομήλικού μου, που νιώθει νάνος και γίγαντας ταυτόχρονα, όπως λέει και μια αγαπημένη φίλη, και τελικά στέκει ακινητοποιημένος στο άπειρο. Γέλασα πάρα πολύ κι αυτό είναι κάτι που δε συνηθίζεται όταν διαβάζεις ένα θεατρικό έργο πρώτη φορά, πόσω μάλλον μια πολιτική σάτιρα 100 χρόνων!
Αναρωτήθηκα, λοιπόν, πως γίνεται ένα τέτοιο έργο, ήδη μεταφρασμένο στα Ελληνικά, να μην είναι πασίγνωστο στο ευρύ κοινό. Πρώτη φορά μου γεννήθηκε η ακατανίκητη επιθυμία, σχεδόν χρέος θα πω, να ανεβάσω/συμμετέχω σε ένα έργο με την πρώτη επαφή… βέβαια ο Ηλίας είχε αυτή τη σκέψη ήδη 10 χρόνια, οπότε σαν να ωρίμασε η στιγμή.

 

Η ηθοποιός Γιούλη Καρναχωρίτη.

Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το ρόλο που ερμηνεύετε;

Μυρτώ Πανάγου: Ο ρόλος μου θεωρώ πως είναι αυτό που θα λέγαμε ρόλος – δώρο. Έχει εναλλαγές, ατάκα και μια πηγαία κωμικότητα και αμεσότητα. Μπορεί σίγουρα να ιδωθεί από πολλές προσεγγίσεις, αλλά στη βάση του ο ρόλος της Σεραφίμας, μητέρα της Μάσας και πεθερά του κεντρικού χαρακτήρα Σεμιόν, θεωρώ πως φέρει κάτι γνήσια αποσυμφορητικό, ανάλαφρο και με έναν τρόπο ενδιαφέροντα παράλογο. Ένας κουνημένος ανθρώπινος μικρόκοσμος που ανά στιγμές βρίσκει το χώρο  να δώσει τις πινελιές και τις αποχρώσεις του επί σκηνής.
Αυτή την διαδρομή ακολουθήσαμε, δεδομένου ότι δεν θέλαμε να περιοριστούμε σε μια περιγραφική αποτύπωση της μεγαλύτερης ηλικίας του χαρακτήρα. Εστιάσαμε πιο πολύ σε αυτό το ενδιαφέροντα παράλογο ανθρώπινο σύμπαν, σε συνδυασμό πάντα με τον πυλώνα της οικογένειας και της σχέσης με την κόρη και το γαμπρό. Η αποτύπωση της “αγίας οικογένειας” σε μια παράλογη διάστασή της λοιπόν. Ίσως για αυτό και σε μια ειλικρινέστατα κωμική.

Γιούλη Καρναχωρίτη: Η Μαρία Λουκιάνοβνα είναι μια γυναίκα κοινωνικά ολοκληρωμένη. Γύρω στα 30, εργαζόμενη, παντρεμένη, με την αγαπημένη μητέρα της στο πλευρό της και ίσως με τη σκέψη ενός παιδιού στον ορίζοντα. Εντός των τειχών όμως, η Μάσα είναι μια γυναίκα κουρασμένη, γερασμένη ψυχικά, σε έναν γάμο που η στοργή, το πάθος, η αγάπη έχουν χαθεί κάπου στην ασφυκτική οικονομικά – κι όχι μόνο – καθημερινότητα, ενώ εξαρτημένη από τη μητέρα της, καταλαμβάνει η ίδια τη θέση του άβουλου, φοβισμένου παιδιού.
Τελείως απρόσμενα, η ζωή της θα ανατραπεί… μάλλον… Αρχικά, είχα μεγάλη άρνηση μέσα μου γι’ αυτόν το χαρακτήρα. Πολύ συναισθηματική για τα γούστα μου κι αδιάφορη μου φαινόταν. Σχεδόν αχρείαστη. Πώς να ερμηνεύσω έναν ρόλο που δεν κατανοώ στο ελάχιστο; Με τον καιρό, παίζοντας, κατάλαβα με τρόμο στην αρχή και ανακούφιση αργότερα, ότι με τη Μάσα έχω πολλά κοινά. Είναι ένας μέτριος άνθρωπος, ίσως ο πιο αληθινός μες στον κόσμο αυτό του Έρντμαν και γι’ αυτό είναι σημαντική η παρουσία της.

Πώς ήταν η συνεργασία σας με τον σκηνοθέτη της παράστασης Ηλία Κούτλα;

Μυρτώ Πανάγου: Ο Ηλίας Κούτλας είναι ένας φίλος καρδιάς για εμένα. Παρ’ όλα αυτά είναι η πρώτη φορά που δουλεύουμε επαγγελματικά παρέα. Αυτό είναι επίφοβο δεδομένου ότι η σχεσιακή άνεση μπορεί να διασαλεύσει την επαγγελματική συνθήκη ή και το ανάποδο. Χαίρομαι, γιατί βγαίνουμε αλώβητοι από όλο αυτό και κρατάω από εκείνον την ψυχραιμία, τη βαθύτατη ευγένεια προς όλους και την αγάπη και πίστη του για αυτό το έργο και για τους ηθοποιούς που το ζωντανεύουν.
Και την όλη προσέγγισή του, που βασίζεται καθαρά τελικά στην ερμηνεία του ηθοποιού με μοχλό τη διαθεσιμότητα και την προσαρμοστικότητά του. Σίγουρα, ανά στιγμές, μπορεί η ματιά μας να ήταν διαφορετική  προσεγγίζοντας τα πράγματα με άλλο κώδικα και με διαφορετικό πλαίσιο οργάνωσης. Παρ’ όλ’ αυτά, από κάθε συνεργασία μαθαίνεις και κερδίζεις και εγώ σε αυτή τη συνθήκη έμαθα και κέρδισα και από έναν φίλο καρδιάς. Και κακά τα ψέματα είναι όμορφο αυτό.

Γιούλη Καρναχωρίτη: Με τον Ηλία υπήρξαμε συμφοιτητές στη δραματική σχολή πριν 13 χρόνια και τον θαύμαζα πάντα ως ηθοποιό, αλλά τώρα τον γνωρίζω και ως σκηνοθέτη. Σαν τον Σοφό του Μάο Τσε, που στέκεται στη μέση του κύκλου και παρακολουθεί τον κόσμο να γυρνάει, γιατί ξέρει ότι είναι μάταιο να προσπαθεί ν’ αλλάξει τον κόσμο, έτσι κι ο Ηλίας μας αφήνει να υπάρχουμε στην πρόβα χωρίς κανόνες και περιορισμούς, απαιτώντας μια πλήρη ελευθερία που δύσκολα κατακτάς, αφού σου είναι άγνωστη ως τώρα, ίσως και ουτοπική. Εμένα, ομολογώ αυτό με έφερε αντιμέτωπη με όλες μου τις σκηνικές ανασφάλειες, δημιουργώντας μου τρόμο άλλα και ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης για την εμπιστοσύνη στον εαυτό.

 

 

Μπορείτε να μας περιγράψετε μια σκηνή από την παράσταση, ίσως κάποια που ξεχωρίζετε εσείς;

Μυρτώ Πανάγου: Μια αγαπημένη μου σκηνή είναι η σκηνή που ανοίγει τη δεύτερη πράξη, η επονομαζόμενη «σκηνή εκμάθησης τρομπονιού». Ο Σεμιόν παλεύει να βγάλει ήχο πρώτη φορά από ένα τρομπόνι, όνειρο ζωής άλλωστε να γίνει καταξιωμένος τρομπονίστας. Μάσα και Σεραφίμα, σύζυγος και πεθερά, στέκουν έντρομες και παρακαλάνε να τα καταφέρει μπας και ηρεμήσουν όλοι τους. Είναι μια σκηνή που φανερώνει ξεκάθαρα πόσο «σοβαρά» κάνουμε να φαντάζουν τα πιο ασήμαντα, πόσο βουτηγμένοι στα δικά μας βρισκόμαστε και τελικά πόσο κωμικοί είμαστε οι άνθρωποι.
Και σαφέστατα σαν κειμενική δύναμη κρατάω τα τελευταία λόγια του Σεμιόν για να υπερασπιστεί τον εαυτό του προς το σμήνος των καλοθελητών που επιζητούν την αυτοχειρία του. Θα κλείσω με κάποια από αυτά τα λόγια όπου η αναλογία με το σήμερα είναι κάτι παραπάνω από χαρακτηριστική:

«Αν πεις σ’ έναν άνθρωπο ότι θα γίνει πόλεμος, τι νομίζεις ότι θα ρωτήσει; Με ποιον θα πολεμήσουμε; Γιατί πολεμάμε; Όχι! Θα ρωτήσει ποιες ηλικίες καλέσανε! Και θα ‘χει δίκιο!»

Γιούλη Καρναχωρίτη: Απολαμβάνω πολύ την πρώτη σκηνή, την αρχή του έργου, την αρχή του κακού όπως αποδεικνύεται. Η Μάσα κατακουρασμένη από τη δουλειά της ημέρας κοιμάται για να ξυπνήσει σύντομα για τη δουλειά της επόμενης, μαζί με τον άντρα της, τον Σεμιόν. Εκείνος όμως, δε μπορεί να κοιμηθεί. Πρέπει να της πει κάτι κι έτσι μια παρανοϊκά κανονική σκηνή καταλήγει σε τραγωδία…

 

 

Πληροφορίες για την παράσταση «Να γιατί πεθαίνω σύντροφοι!»

Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Ηλίας Κούτλας
Διασκευή: Ηλίας Κούτλας και ο θίασος
Σκηνικά: Ηρώ Κορωνίδη
Κοστούμια: Άντα Πουράνη και ο θίασος
Σχεδιασμός Αφίσας: Αναστασία Δένδια
Φωτισμοί: Κωνσταντίνος Αναγνώστου
Trailer: Μάνος Καβίδας
Φωτογραφίες: Σοφία Μανώλη
Παραγωγή: Atermono. Creative. Cine. Art
Επικοινωνία παράστασης: Μαριάννα Παπάκη, Νώντας Δουζίνας

Παίζουν: Γιώργος Καφετζόπουλος, Γιούλη Καρναχωρίτη, Μυρτώ Πανάγου, Άντα, Πουράνη, Μανώλης Βαζαίος, Αθανασία Αγοράκη, Φιλίππα Φωτιάδου, Αντώνης Σανιάνος, Γιάννης Ανδρουλακάκης, Αναστασία Δένδια, Μπήλιω Καλιακάτσου

 

Πού: Θέατρο Αλκμήνη, Αλκμήνης 8-12, Πετράλωνα – Αθήνα, Μετρό – Κεραμεικός, τηλ. 210 3428650

Πότε: από Παρασκευή 18 Μαρτίου 2022 και κάθε Παρασκευή στις 21.00, Σάββατο στις 21.15. Έως 19 Απριλίου 2022

Διάρκεια παράστασης: 100 λεπτά

Τιμές εισιτηρίων: 12 ευρώ (κανονικό), 8 ευρώ (φοιτητικό), 5 ευρώ (ατέλειες, ανέργων)