Η Μαντώ Παπαρρηγοπούλου και η Λυγερή Μητροπούλου μιλούν στο «Κήτος»

Νίκος Πουρσανίδης: «Στις συνεργασίες μου προσπαθώ να είμαι με ανθρώπους υγιείς όσο το δυνατόν περισσότερο»
16 Ιανουαρίου 2022
Δύο τελευταίες παραστάσεις για τη «Λυσσασμένη Μπαλαρίνα» στις 23 και 30 Ιανουαρίου
19 Ιανουαρίου 2022

Οι ηθοποιοί της παράστασης του έργου «Το Κήτος» της Ειρήνης Αναγνωστοπούλου. ( Φωτογραφία: Θοδωρής Δούπας).

Sharing is caring!

 

Συνέντευξη στη Μαριλένα Θεοδωράκου

 

Ένα κορίτσι προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα άδειο λιμάνι χωρίς θάλασσα, σε ένα δυστοπικό σύμπαν ξηρασίας. Αυτή είναι μια εικόνα από την παράσταση του έργου «Το Κήτος» της Ειρήνης Αναγνωστοπούλου την οποία σκηνοθετεί ο Θανάσης Ακοκκαλίδης στο Bios. Οι ηθοποιοί Μαντώ Παπαρρηγοπούλου και Λυγερή Μητροπούλου μιλούν στο theatermag για την παράσταση, τους ρόλους που ερμηνεύουν, τις πρόβες και εξηγούν τι είναι το Κήτος.

 

Ποιες ήταν οι συζητήσεις κατά τη διάρκεια των προβών που κάνατε για το ανέβασμα αυτής της παράστασης;

Μαντώ Παπαρρηγοπούλου: Στις πρόβες μας μιλήσαμε αρκετά για το πως αντιλαμβανόμαστε το έργο μέσα από προσωπικά βιώματα και σκέψεις. Προσπαθήσαμε να το αντιληφθούμε αρχικά μέσα από τα αντικρίσματα μας, για να το εντάξουμε τελικά σ’ ένα πιο διευρυμένο πλαίσιο σχετικά με την έννοια της ξηρασίας.
Η έλλειψη νερού, το κήτος, το κορίτσι και οι επισκέπτες στους οποίους αφηγούμαστε τις ιστορίες, άρχισαν σιγά σιγά να παίρνουν μορφή μέσα από τις μνήμες, τους φόβους και τις ανησυχίες μας αλλά και από τις αναφορές μας.
Το υλικό που μοιραζόμασταν μεταξύ μας ήταν συχνά ειδησεογραφικό, αφορούσε την επικαιρότητα, ή ερχόταν από ταινίες και πίνακες που ξαφνικά «κούμπωναν» μαγικά με το έργο. Αργότερα, τα μετατρέψαμε όλα αυτά στις εικόνες που συνέθεσαν την παράσταση.

Λυγερή Μητροπούλου: Η πρώτη που μου’ ρχεται στο μυαλό ήταν εκείνη των πρώτων ημερών. Συζητούσαμε για το Κορίτσι της παράστασης, αυτή την άγρια ψυχή, τι θέλει και τι ζητάει. Γιατί; Γιατί ψάχνει το νερό; Τι επιδιώκει; Τι θέλει αυτή η ταλαιπωρημένη και ανεξερεύνητη φύση; Αυτό το αγρίμι, με ποιόν πολεμάει και γιατί;
Δε θα ξεχάσω που μου είχε ανοίξει η ψυχή, όταν ο καθένας σκεφτόταν και εξέφραζε κάτι, κάτι από το είναι του και όλοι μαζί κάπως απαντήσαμε ή συμφωνήσαμε ή μπορεί και όχι, ότι όλα, όλα είναι ένας δρόμος προς το θάνατο.
Προς τη λύτρωση. Μια διαδρομή ονείρου. Το Κορίτσι ξεδιψάει με τη φαντασία του, παρηγοριέται με τα όνειρά του μέχρι να πνιγεί στο Απέναντι, στον κόσμο του Νερού.
Όλα είναι ένα φανταστικό παιχνίδι, ένας ενδιάμεσος κόσμος μεταξύ ζωής και θανάτου, μέχρι το Κορίτσι να συναντήσει το Νερό που θα της προσφέρει ο Θάνατος με χάρη, ευλάβεια και σιωπή. Το Νερό λύνει την ξηρασία, λασπώνει το κόκκινο χώμα, όλα γίνονται νερό.

 

Η ηθοποιός Μαντώ Παπαρρηγοπούλου ερμηνεύει το Κορίτσι στην παράσταση «Το Κήτος» που σκηνοθετεί ο Θανάσης Ακοκκαλίδης στο Bios.(Φωτογραφία: Θοδωρής Δούπας).

 

Τι ήταν αυτό που σας κέντρισε το ενδιαφέρον σε αυτό το έργο;

Μαντώ Παπαρρηγοπούλου: Διάβασα το έργο την περίοδο που η Αττική καιγόταν -και πάλι- ολόκληρη. Κρατούσα στα χέρια μου ένα κείμενο που μιλούσε για την απόλυτη ξηρασία και περιέγραφε μια δυστοπία που ξαφνικά δεν έμοιαζε καθόλου μακρινή, κάπως έτσι συνδέθηκα.
Επίσης, με ενδιέφερε το γεγονός ότι πρόκειται για ένα σύγχρονο, πολύ πρόσφατο έργο, γραμμένο από γυναίκα συγγραφέα, με κεντρική ηρωίδα επίσης ένα κορίτσι που δεν περιγράφεται ούτε συμπεριφέρεται βάσει στερεοτύπων.
Το Κορίτσι ως χαρακτήρας θυμίζει κάτι από Τομ Σόγιερ και Χοκ Φιν, από ήρωες δηλαδή που προέρχονται από κατώτερα κοινωνικά στρώματα και μπλέκουν σε μια σειρά περιπετειών μέσα σε μια διεφθαρμένη κοινωνία. Αυτό, ας πούμε, μου φαίνεται σπουδαίο γιατί ως παιδάκι θυμάμαι πως τέτοιοι ήρωες ήταν πάντοτε αγόρια.

Λυγερή Μητροπούλου: Η φαντασία. Η φαντασία είναι ανέκαθεν μία πρόκληση, έχει κάτι ενοχικό γιατί γίνεται καταφύγιο, έχει κάτι επικίνδυνο, επειδή παγιδεύει το μυαλό. Και το κορίτσι αυτό, παγιδεύει το μυαλό του στις ιστορίες. Το Κήτος που ερμηνεύει ο Κωσταντίνος Καρβουνιάρης, έρχεται σαν τη φαντασία, άκακα και παιχνιδιάρικα, σαν τη φαντασία που φαίνεται φιλική, προσιτή, εύκολη, ελκυστική και γίνεται σχεδόν εθιστική.
Το Κορίτσι την έχει ανάγκη, τη χρειάζεται. Χρειάζεται το Κήτος να της λέει ιστορίες για να παγιδεύεται εκεί, μέσα στην ασφάλειά της. Εκεί κανείς δε θα την πειράξει, κανείς δε θα την πονέσει άλλο.

Όμως η ζωή έχει μεγαλύτερη φαντασία από τη φαντασία. Και αυτή είναι η γοητεία στο έργο της Ειρήνης Αναγνωστοπούλου και στη διασκευή που συνέθεσε ο Θανάσης Ακοκκαλίδης. Η ζωή κερδίζει. Η ζωή κερδίζει; Δεν ξέρω.
Σίγουρα όμως καταπίνει όποιο παιχνίδι του μυαλού προηγήθηκε. Αυτά είναι τόσο μικρά, οι άνθρωποι μεγαλώνουν τη φαντασία, της δίνουν αξία, την κάνουν θέαμα, ιδέες, ιστορίες, τη ντύνουν με κοστούμια και της δίνουν υπόσταση, δύναμη, μεγαλείο, την κάνουν να φαίνεται παντοδύναμη. Και είναι πράγματι. Καταπίνει τους ανθρώπους και τους ρουφάει, τους αποπλανεί και τους κάνει δικούς της.
Όμως, όταν αναμετριέται με τη ζωή, είναι απλά μια κούφια στολή. Και η ζωή έρχεται σαν ένα άλλο Κήτος, το Κήτος που αναπαριστά ο Τάσος Κορκός, αθώο σαν μωρό και αιμοβόρο σαν κανίβαλος. Και μπορεί έτσι η ζωή να εμφανίζεται, σαν ένα μικρό μωρό που δεν μπορείς παρά να παίξεις το παιχνίδι της.
Γλυκιά και απαλή σαν μωράκι σε καλεί να παίξεις ένα απλό παιχνίδι μαζί της, να παραδοθείς στη ζεστή αγκαλιά της, όπου κι αν αυτή σε βγάλει. Ακόμα κι αν γίνει κραυγές και το μωρό-Ζωή γίνει ένα κακό τέρας. Τότε γιατί σε αγκάλιασε; Γιατί σε πρόδωσε; Γιατί σε βίασε;

Αυτό που με κέντρισε σ’ αυτό το έργο και στη συγκεκριμένη διασκευή, είναι αυτή η αναμέτρηση της φαντασίας με τη ζωή, ο πόνος που φέρνουν και τα δύο μονοπάτια και πώς μπορούν αυτές οι δύο μορφές του Κήτους, η Ζωή και η Φαντασία, να σε ξεγελάσουν προσφέροντάς σου μια χαρά επικίνδυνη και παράλογη.
Όπως η χαρά που φέρνει η παγίδα του να ονειρεύεσαι αλλά και του να ζεις και να αγκαλιάζεις. Η ευτυχία που προσφέρει η ζωή για μια μόνο στιγμή και μετά στην παίρνει πίσω με διπλή καταστροφή: Η αγκαλιά που γίνεται βιασμός. Η αγκαλιά που κράτησε μια στιγμή, αλλά διήρκησε αιώνες.

 

Η Λυγερή Μητροπούλου ερμηνεύει και τραγουδά επί σκηνής στην παράσταση «Το Κήτος». (Φωτογραφία: Θοδωρής Δούπας).

Τι σημαίνει ο τίτλος της παράστασης;

Μαντώ Παπαρρηγοπούλου: Το Κήτος μπορεί να σημαίνει για τον καθένα και την καθεμία ό,τι έχει ανάγκη. Μπορεί να είναι μια πτυχή του εαυτού μας με την οποία συνομιλούμε ή μια φιγούρα μητρική που μας συνοδεύει και μας καθοδηγεί. Ακόμη, μπορεί να είναι μια έννοια όπως η αρχέγονη φύση ή η φαντασία. Για το Κορίτσι είναι, πέρα από όλα αυτά, η φωνή μέσα στο κεφάλι της που στις πιο δύσκολες στιγμές της λέει «Παρακάτω».

Λυγερή Μητροπούλου: Ε, το Κήτος νομίζω πως όλοι ξέρουμε πολύ καλά τι είναι. Είναι αυτός ο φίλος, αυτός ο σύντροφος, αυτή η μανούλα που σκίζουμε, βαράμε, μισούμε. Είναι αυτή η ύπαρξη που αγαπάμε και λατρεύουμε και κλαίμε χωρίς αυτήν αλλά τη μισούμε, επειδή δεν μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς αυτή.
Ο τίτλος του έργου δεν είναι «Κορίτσι», επειδή αυτό που μας αφορά, αυτό που, κακά τα ψέματα, μας ελκύει είναι τα σκοτάδια μας. Το μέσα μας, ό, τι κρύψαμε και ό,τι μας σπρώχνει να ξεχυθούμε στη ζωή, ό,τι μας επιτίθεται, ό,τι μας καλεί να διαλύσουμε, ό,τι είναι αυτό που μας κάνει να είμαστε εμείς. Ό,τι δεν ελέγχουμε, αν υπάρχει κάτι που δεν ελέγχουμε.
Το Κορίτσι είναι η μορφή, το Κήτος είναι το ζώο που είναι εκεί για να εκτονώνουμε όλη μας τη βίαιη αγάπη, το ηδονικό μίσος. Είναι αυτό που ελπίζουμε να είναι πάντα στο πλευρό μας για να το σκοτώνουμε και να το φέρνουμε ξανά στη ζωή με περισσή ευκολία, όποτε θελήσουμε.
Είναι η μανούλα που κρατάμε συνέχεια απ’ το χέρι και μισούμε που αφήνουμε το χέρι της. Το σκοτώνουμε και το ζωντανεύουμε, το ζωντανεύουμε και το σκοτώνουμε, μέχρι πότε; Μέχρι το Κήτος να γίνει Κορίτσι ή το Κορίτσι, Κήτος; Μέχρι τη λύτρωση που θα πάρει και τους δυο μαζί. Η σκέψη του Κήτους θα χαθεί με το σβήσιμο του Κοριτσιού.

 

 

Ποιο είναι το θέμα του έργου;

Μαντώ Παπαρρηγοπούλου: Η ξηρασία και η μάταιη, απελπισμένη, εμμονική προσπάθεια να ξεφύγουμε από την διευρυμένη αυτή αφυδάτωση με όπλο την φαντασία και την αφήγηση. Στην μέση του πουθενά, να γίνουμε παραμυθάδες μήπως και γλιτώσουμε ή, έστω, ξεχαστούμε.

Λυγερή Μητροπούλου: Όταν το πρωτοδιάβασα ήταν η Φαντασία. Μετά έγινε το Νερό. Κι ο θάνατος. Μετά έγινε πάλι η φαντασία. Μετά δεν κατάλαβα, μπερδεύτηκα. Μετά κατάλαβα κάτι πανέμορφο. Να το ψάχνω κάθε φορά. Να το ψάχνω και να μη με φοβίζει να το ψάχνω. Μετά ίσως να έγινε και το θέατρο, αυτό το έβγαλα γρήγορα απ΄το μυαλό μου.
Όλα θέατρο είναι και η ζωή σίγουρα το πιο πετυχημένο. Στους φίλους μου περίπου λέω: Ένα κορίτσι σε έναν κόσμο ξηρασίας ψάχνει νερό και μέχρι να το βρει, φαντάζεται ιστορίες για να επιβιώσει. Αν το βρει. Το νερό είναι το θέμα.
Το «Διψάω» μπορεί να είναι. Χωράνε πολλές απαντήσεις αλλά το «Διψάω» είναι κάτι που καταλαβαίνουμε όλοι. Διψάω, διψάω, διψάω. Διψάω για ζωή, για έρωτα, για ταξίδι, ταξίδι σε ανθρώπους, ταξίδι σε ιδέες, ταξίδι σε κόσμους. Διψάω μα πού είναι το νερό; Πού είναι το γαμημένο; Και ποιός πρόλαβε και το ήπιε όλο; Ή κανείς δεν έχει πιει; Ή η πηγή είναι ακριβώς απέναντι κι εμείς δεν κάνουμε ένα τόσο δα βηματάκι να πιούμε λίγο; Δεν ξέρω.
Νομίζω όλοι διψάμε για ζωή, τρέχουμε, όπως και στην παράσταση, για να βρούμε νερό να ξεδιψάσουμε και ξεχνάμε ότι, αν τρέξουμε θα διψάσουμε περισσότερο.
Μα ίσως αυτό είναι το θαύμα της ζωής. Μια πηγή χωρίς νερό. Μεταξύ μας, το νερό μάλλον είναι η Βροχή. Η Βροχή, το Θέμα που έρχεται στο τέλος του έργου, το Κόκκινο Χώμα που τυλίγει το Κορίτσι και το παίρνει μάλλον στο Θάνατο.
Η πηγή μάλλον γεμίζει με νερό, μόλις βρεθούμε απέναντι. Ίσως το απέναντι να είναι η ζωή που όλοι θέλουμε, όλοι έχουμε φανταστεί ότι μπορούμε να την αποκτήσουμε και ίσως και να την αποκτήσουμε. Ίσως να είναι ο Θάνατος που ξεκουράζει τα πάντα, χύνει το νερό του στην άδεια μας πηγή.

 

 

Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το ρόλο που ερμηνεύετε;

Μαντώ Παπαρρηγοπούλου: Το Κορίτσι είναι το απομεινάρι μιας άλλοτε εύφορης γης, είναι η γενιά που γεννήθηκε την στιγμή της καμπής προς τα κάτω. Ζει σε μια τεράστια αποξηραμένη έκταση έχοντας την ανάμνηση της θάλασσας, αλλά και την σιγουριά πως δεν θα την ξαναδεί.
Έχει μέσα της θυμό, καχυποψία, φόβο αλλά και φλόγα, πάθος και έναν τόνο δάκρυα για να ξεδιψάσει. Έχει κάτι συγκινητικό αυτό το πλάσμα γιατί της καρφώνεται ξαφνικά η ιδέα πως με τις ιστορίες της θα σώσει τον κόσμο, ή έστω τον εαυτό της.

Λυγερή Μητροπούλου: Λοιπόν, είναι αστείο γιατί έχω μια αδυναμία στη φαντασία και την πραγματικότητα, ένα φόβο για το όριο του πλαστού και του αληθινού, πότε κάτι είναι αληθινό και πότε ψεύτικο; Αυτό υποθέτω είναι κι ένας προβληματισμός ολόκληρου του θεάτρου, πώς γίνεται να υπάρχει αλήθεια στο ψέμα;

Πώς γίνεται να παίξεις στο θέατρο τον ερωτευμένο, όταν έχεις νιώσει τον αληθινό έρωτα στην πραγματικότητα; Τότε η φαντασία και το θέατρο μοιάζει κάτι μικρό, χαζό και κούφιο. Κάπως έτσι εξομολογείται η αγαπημένη του Ντόριαν Γκρέυ στον ίδιο για να μην την αφήσει, μόλις δεν έπαιξε καλά στη σκηνή με αποτέλεσμα εκείνος να χάσει την αγάπη του γι’ αυτή.
Ήταν ο μονόλογος που αποπειράθηκα στην ακρόαση για να συμμετέχω σ’ αυτήν την παράσταση και στη β’ φάση, μου δόθηκε ένας μονόλογος στον οποίο ο ρόλος μου χλευάζει το παραμύθι, κουράζεται από τις ιστορίες και τα ψέματα, βαριέται πια όλο αυτό το θέατρο.
Αφού ο κόσμος είναι εκεί έξω, εκεί έξω ζωντανός ή και όχι, υπάρχουν τόσες αληθινές ιστορίες, γιατί; Γιατί να παραμυθιάζεται ο κόσμος με ένα σωρό παραμύθια που στο κάτω κάτω κανείς δεν πιστεύει; Ήταν περίεργο, γιατί όσο λατρεύω τη φαντασία τόσο έπρεπε να την καταδικάσω και να αποδομήσω με ανακούφιση και λύτρωση όλες αυτές τις παπαριές. Αστείο ήταν γιατί, η δόμηση μιας αποδόμησης έχει ένα ενδιαφέρον, απλό, δυνατό, συγκινητικό και φοβιστικό.

Η Δήμαρχος της Πόλης, αποδομεί ό,τι κόσμο έχει μέχρι τώρα η φαντασία του Κοριτσιού μεγαλοποιήσει, ομορφύνει, λυτρώσει και ανοίξει. Η Δήμαρχος ξέρει ότι ηγείται μίας πατρίδας χωρίς Νερό, μιας πατρίδας που κανείς δεν έχει σταγόνα να ξεδιψάσει, κανείς δεν έχει μπουκιά να χορτάσει. Δε γίνεται παρά να δώσει ένα τέλος σ’ αυτό το απαίσιο παραμύθι. Κανείς δεν αξίζει να παραμυθιάζεται, κανείς δεν πρέπει να πιστεύει ότι υπάρχει νερό, όταν δεν υπάρχει ούτε μια στάλα σταγόνα, κανείς δεν πρέπει να νομίζει ότι θα σωθεί, όταν έρχεται το τέλος του.

Ή μήπως πρέπει να παραμυθιάζεται; Ή μήπως αξίζει αυτή η ελπίδα; Ή είναι καλύτερο να ειπωθεί μία Αλήθεια που μάλλον είναι αληθινή; Ότι η μόνη Βροχή είναι ο Θάνατος και το μόνο Νερό είναι η Φαντασία. Η Δήμαρχος, σαν μητέρα, έχει το καθήκον να πει την αλήθεια στο παιδί της, όσο σκληρή, όσο επίπονη, όσο ένοχη κι αν είναι. Και το Κορίτσι ξέρει κατά βάθος την Αλήθεια, μα η Φαντασία σε κρατάει δέσμιο μιας επικίνδυνης και καταστροφική πάλης ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια.
Μιας πάλης ανάμεσα στην άγνοια και στην επίγνωση, στη χαρά και τον πόνο. Ξέρεις ότι μπαίνεις στον κίνδυνο της φαντασίας μα το επιλέγεις. Ξέρεις ότι θα πονέσεις μα χαίρεσαι. Η Δήμαρχος έρχεται για να διαλύσει επιτέλους αυτόν τον κόσμο. Ο κόσμος που φέρει είναι ο αληθινός, της πραγματικότητας. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά ξηρασία. Κι αν κάποιος θέλει νερό, ας το βρει πεθαίνοντας.

Επικίνδυνο κάποιος να τολμήσει να πει την αλήθεια στους ανθρώπους και να δώσει ένα τέλος στα παραμύθια που πουλιούνται, στις ιστορίες που αναμασώνται, στα ψέματα που περίτεχνα σπουδάζονται. Στα θέατρα. Επικίνδυνο και κάποιος βέβαια να αντιμετωπίσει τη Φαντασία του, όπως κάνει το Κορίτσι. Να πιστέψει σε κάτι. Όμως, αυτό είναι δυστυχώς πιο εύκολο.
Να παρασυρθείς σε έναν κόσμο πυροτεχνήματος, σε μία γυάλα φαντασίας. Είναι δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο, κάποιος να καταφέρει να τη σπάσει, να βγει έξω από αυτή και να ορμήξει στη ζωή και την αλήθεια της. Νομίζω πως ίσως αυτό κάνει η γυναίκα αυτή. Προσπαθεί να τη σπρώξει έξω από τη γυάλα. Για να δει την αλήθεια της. Το θάνατό της.

 

 

Πώς δουλέψατε με τον σκηνοθέτη Θανάση Ακοκκαλίδη;

Μαντώ Παπαρρηγοπούλου: Έπειτα από τις πολύωρες συζητήσεις μας ξεκινήσαμε να μετουσιώνουμε τις σκέψεις και τις αναφορές μας σε εικόνες. Πρωταρχικό μέλημα ήταν να δημιουργηθεί ένας εικαστικός κόσμος αισθήσεων, ένα σύμπαν πυκνό και σκοτεινό. Δουλέψαμε, λοιπόν, αρκετά κινηματογραφικά, καρέ καρέ τις στιγμές και τις διαδρομές των ηρώων, επιστρέφοντας συχνά στο κείμενο για να ανασυγκροτηθούμε.

Λυγερή Μητροπούλου: Αφού κάναμε κάποιες συζητήσεις σε σχέση με την ταυτότητα του έργου, ξεκίνησε ένα αστείο, αδελφικό και μακρύ ταξίδι. Περάσαμε από διάφορα στάδια. Αυτοσχεδιασμούς, συνθέσεις, αναγνώσεις, διασκευές, παιχνίδια, ξανά διασκευές, μουσικές, περάσματα, κόσμος, studio, συζητήσεις, ξανά διασκευές και ούτω καθεξής.
Οι σκηνές του έργου έγιναν μία αποτύπωση της πιο βαθειάς στιγμής, μια βουτιά στην ουσία. Νομίζω πως η όλη διαδικασία αφορούσε το ψάξιμο, την αλήθεια, όποια κι αν είναι αυτή, να έχεις πίστη, να εμπιστεύεσαι, να παραδίνεσαι και πάλι να έχεις πίστη.
Πίστη στο έργο, σε κάτι που παφλάζει, που κινείται ή προσπαθεί να κινηθεί, να φυτρώσει και να ανθίσει. Η διαδικασία με το Θανάση Ακοκκαλίδη ήταν ένα συνεχές ψάξιμο των σπόρων που θα γεμίσουν ένα περιβόλι. Όμως ένα περιβόλι χρειάζεται νερό για να ανθίσει. Και ευτυχώς, το νερό στην πραγματικότητα υπάρχει. Ή μπορεί να βρεθεί.

 

Το έργο διαδραματίζεται σε ένα δυστοπικό σύμπαν ξηρασίας. Θα θέλατε να μας δώσετε μια αίσθηση από το σκηνικό, τα κοστούμια, τους φωτισμούς;

Μαντώ Παπαρρηγοπούλου: Τα μέσα που πλαισιώνουν το κείμενο έχουν μεγάλη δύναμη στην παράστασή μας, καθώς υλοποιούν τον κόσμο μέσα στον οποίο κινούμαστε. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα λιτό σκηνικό, αποτελούμενο από τρία βουνά κόκκινου χαλικιού, που όμως μέσα από τη χρωματική αντίθεση, την υφή και τον ήχο που παράγει το υλικό αυτό και σε συνδυασμό με τα φώτα και την ηχητική εγκατάσταση πλάθουν ένα αφαιρετικό όσο και ολοκληρωμένο σύμπαν. Κάτι σαν μια παράλληλη διάσταση ή σαν το εσωτερικό της κοιλιάς ενός τεράστιου κήτους.
Λυγερή Μητροπούλου: Τίποτα. Τρεις περιοχές από κόκκινο χώμα. Του Κοριτσιού, του Μωρού-Τέρατους, της Δημάρχου. Σκιές στους τοίχους γιατί, αλλοίμονο εάν πιστεύουμε ότι τα σώματα είναι τα αληθινά.
Ποιος μας λέει ότι οι σκιές δεν έχουν υπόσταση; Τι είναι ψεύτικο και τι αληθινό; Είναι μια ερώτηση που απασχολεί το έργο, απασχολεί εμένα, απασχολεί το Κορίτσι. Απεύθυνση στις σκιές – ψέματα, το Κορίτσι έχει γίνει μια σκιά.
Αυτό προσπαθεί να της πει η Δήμαρχος, δεν έχει πια υπόσταση, δεν είναι πια αληθινή. Όπως και τίποτα μάλλον. Τι είναι πιο αληθινό από πέντε σώματα; Πέντε σώματα που προσπαθούν να πουν μια ιστορία. Μια ιστορία που διψάει.
Τίποτ΄ άλλο δε χρειάζεται παρά σώμα, κόκκινο χώμα και νερό ή βροχή. Βρέχει ιστορίες που λένε ψέματα κι αλήθειες. Και τα σώματα είναι εκεί για να τις ακούσουν, να τις πουν, να τις σκοτώσουν, να τις πενθήσουν, να τις αγαπήσουν, να τις κρατήσουν, να τις πάρουν απ’ το χέρι, να τις χαμογελάσουν, να τις φιλήσουν, να τις ταξιδέψουν και να τις πάρουν μαζί τους.
Είναι φτηνό κάτι παραπάνω, είναι φτηνό κάτι παρακάτω. Τι δύσκολο. Τι δύσκολο να πεις μια ιστορία. Τι δύσκολο να τη βιώσεις. Τι δύσκολο να τη φανταστείς, να την αποχωριστείς, να την πάρεις μαζί σου. Τι απελευθερωτικό να διψάς. Και να ψάχνεις νερό.

 

Πληροφορίες για την παράσταση «Το Κήτος» της Ειρήνης Αναγνωστοπούλου

Σκηνοθεσία- Διασκευή: Θανάσης Ακοκκαλίδης
Μουσική Σύνθεση: Θοδωρής Οικονόμου
Εικαστική Εγκατάσταση: Σωτήρης Μελανός
Ενδυματολογία-Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Επιμέλεια Κίνησης- Χορογραφία: Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης- Θανάσης Ακοκκαλίδης
Ηχητική Εγκατάσταση : Νικόλας Καζάζης
Σχεδιασμός Φωτισμών: Χριστίνα Θανάσουλα
Βοηθός Σκηνοθέτη: Κυριάκος Μυστακέλης
Βοηθός Σχεδιασμού Φωτισμών: Μαριέττα Παυλάκη
Φωτογραφία: Θοδωρής Δούπας
Σχεδιασμός Αφίσας: Πέτρος Φραγκόπουλος
Trailer Παράστασης: Δημήτρης Καπνούλας
Προβολή και επικοινωνία: Βάσω Σωτηρίου-We Will

Ερμηνευτές: Μαντώ Παπαρρηγοπούλου, Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης, Τάσος Κορκός, Λυγερή Μητροπούλου, Ειρήνη Αναγνωστοπούλου

 

Πού: Bios Main, Πειραιώς 84, Αθήνα, τηλ. 210 3425335, http://www.bios.gr

Πότε: από 22 Νοεμβρίου 2021 έως 31 Ιανουαρίου 2022 και κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00

Διάρκεια παράστασης: 70 λεπτά

Εισιτήρια: 15 ευρώ (κανονικό) και 10 ευρώ (φοιτητικό, ανέργων, ΑΜΕΑ, άνω των 65)

Μια παραγωγή της ομάδας ΕΑΝ
Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού & Αθλητισμού

Η παράσταση απευθύνεται σε άτομα άνω των 15 ετών