Δημήτρης Τάρλοου: «Θεωρώ ότι η ποίηση είναι ένα στοιχείο που υπάρχει στο θέατρο ούτως ή άλλως»

Μελαχρινέ Βελέντζα και Λευτέρη Δούρο, τι συμβαίνει με το «Lemon»;
23 Ιανουαρίου 2020
Ο Λύσανδρος Σπετσιέρης σκηνοθετεί το «Αγάπης Αγώνας Άγονος»
28 Ιανουαρίου 2020

Ο Δημήτρης Τάρλοου σκηνοθετεί την παράσταση «Δόξα Κοινή» που ανεβαίνει στο Θέατρο Πορεία.(Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος).

Sharing is caring!

 

Συνέντευξη: Μαριλένα Θεοδωράκου

 

 

Η ποίηση και το θέατρο. Πόσο κοντά είναι και πώς συνδυάζονται τα δύο επί σκηνής; Τον τρόπο για να ακουστεί ο λόγος των Ελλήνων ποιητών μέσω της θεατρικής παράστασης έρχεται να δείξει στο κοινό ο Δημήτρης Τάρλοου με την παράσταση «Δόξα Κοινή» που κάνει πρεμιέρα στις 27 Ιανουαρίου στο Θέατρο Πορεία http://www.poreiatheatre.com. Ο σκηνοθέτης παίρνει ως βασικό κορμό το ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου «Εις την Οδό των Φιλελλήνων» από τη συλλογή Οκτάνα το οποίο γράφτηκε μεταξύ 1958 και 1965. Στη συνέντευξή του στο theatermag ο σκηνοθέτης μιλάει για την αξία της ποίηση, προτρέπει τα νέα ζευγάρια να ξαναερωτευτούν και επισημαίνει ότι ίσως είναι η ώρα να επιστρέψουμε στην ποίησή μας και να την ξανακοιτάξουμε με λίγο μεγαλύτερη εκτίμηση.

 

 

 

«Γνώρισα τον Οδυσσέα Ελύτη στην Άνδρο όταν ήμουν 12 χρονών, τότε που είχε έρθει με τον Στρατή Πασχάλη. Ο Στρατής είναι συνεργάτης μου εδώ και πολλά χρόνια και ποιητής ο ίδιος» λέει ο Δημήτρης Τάρλοου. «Αυτές οι φωτογραφίες από την πρώτη μας συνάντηση, θα υπάρχουν στο πρόγραμμα της παράστασης. Με αυτό θέλω να πω ότι έχω μια προσωπική σχέση με τα πράγματα. Και πέραν της αξίας της ποίησης που για μένα είναι αυταπόδεικτη, η ελληνική ποίηση είναι φάρος και ένα παγκόσμιο πράγμα που ο μόνος λόγος που δεν είναι ακόμα πιο διαδεδομένο είναι ότι υπάρχει το εμπόδιο της γλώσσας. Για να μεταφραστεί η ελληνική ποίηση σε ξένη γλώσσα είναι πολύ δύσκολο. Ο Καβάφης ξεπέρασε το εμπόδιο, άλλοι δυστυχώς όχι. Είναι πολύ δύσκολο να μεταφραστεί ο Ανδρέας Εμπειρίκος στα αγγλικά, στα γαλλικά ή σε όποια άλλη γλώσσα. Πέραν λοιπόν της προσωπικής μου σχέσης με τα πράγματα υπάρχουν και ακόμα πολλές περίοδοι στη ζωή μου που συνδέονται με την ποίηση. Θεωρώ ότι η ποίηση είναι ένα στοιχείο που υπάρχει στο θέατρο ούτως ή άλλως. Ένας σκηνοθέτης είναι και ποιητής. Είναι ποιητής της εικόνας, ποιητής σωμάτων, ποιητής σχέσεων. Άρα, λοιπόν, δε νομίζω ότι είναι περίεργο το να χρησιμοποιήσει κανείς την ποίηση στο θέατρο. Το θέμα είναι πώς. Γιατί η ποίηση δεν είναι φτιαγμένη για να αναπαρίσταται στο σανίδι. Έτσι, πρότεινα στον Στρατή να φτιάξουμε μια σύνθεση ποιημάτων η οποία θα έχει μια διαχρονία. Θα καλύπτει σχεδόν όλο το φάσμα της ελληνικής ερωτικής ποίησης, από την αρχαιότητα από την Σαπφώ μέχρι τον Καββαδία. Ενδιάμεσες στάσεις ήταν οι μείζονες Έλληνες ποιητές όπως λόγου χάρη ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Καβάφης, ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Καρυωτάκης, η Πολυδούρη, ο Λαπαθιώτης. Και φυσικά η Δημοτική ποίηση και ο Χορτάτσης. Η σύνθεση αυτή λοιπόν είχε ως στόχο να δημιουργήσει ένα δρώμενο με δέκα επεισόδια, στο οποίο οι ηθοποιοί θα μπορούσαν μέσω αυτοσχεδιασμών να αφηγηθούν όλες τις εκδοχές των ερωτικών σχέσεων από τον πλατωνικό έως τον πορνικό. Τον ιδεαλιστικό, τον προδομένο, τον ματαιωμένο. Αυτό ήταν ένα μεγάλο στοίχημα και μεγάλη άσκηση, γιατί το να προσπαθήσεις να εκφέρεις τον ποιητικό λόγο χωρίς να φαίνεται απαγγελία αλλά να ενταχθεί μέσα σε σχέσεις και δράσεις, δεν είναι και το πιο απλό πράγμα. Χρειάζεται πολύμηνη άσκηση. Πρέπει να ομολογήσω όμως ότι η δοτικότητα και η ικανότητα του γκρουπ των συνεργατών μου ήταν τέτοια που έγινε μια πολύ στενή σχέση μέσα σε πενήντα μέρες, με αποτέλεσμα οι εικόνες που δημιουργήσαμε να είναι εξαιρετικής ομορφιάς και δύναμης».

 

Οι ηθοποιοί στις πρώτες πρόβες της παράστασης «Δόξα Κοινή» που σκηνοθετεί ο Δημήτρης Τάρλοου.

 

«Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι ο έρωτας έχει κάτι το αναρχικό, κάτι το ακραίο, κάτι το απροσδόκητο και το εκρηκτικό» συνεχίζει ο σκηνοθέτης. «Ήθελα να θυμίσω, λοιπόν, στους νέους ανθρώπους, πέραν της ομορφιάς της ίδιας της ποίησης που την φοβούνται, ότι η ποίηση είναι αναρχία, είναι επανάσταση, όπως ο έρωτας επίσης. Τα νέα ζευγάρια που θα έρθουν στο θέατρο Πορεία, θα ήθελα να ξαναερωτευτούν, να δουν για λίγο τη ζωή με άλλους όρους, να αφήσουν για δέκα λεπτά το κινητό και να κοιταχτούν στα μάτια. Εάν το καταφέρουμε αυτό θα είναι τεράστιο επίτευγμα, ακόμα και αν αφορά μόνο τέσσερις ή πέντε χιλιάδες ανθρώπους, που είναι ένας σημαντικός αριθμός. Ο στόχος του Πορεία δεν είναι μόνο να κάνει μεγάλες παραγωγές, που τις κάνει, και να έλκει μεγάλο κοινό που το έλκει για να μπορεί και να επιβιώνει, αλλά να μπορεί και να ανταποδίδει στα ίσα την εμπιστοσύνη του κοινού με παραστάσεις όπως η Δόξα Κοινή, οι οποίες δεν στοχεύουν σε μεγάλα κέρδη ούτε σε μεγάλα κοινά, αλλά στοχεύουν κατευθείαν στην καρδιά. Αυτό είναι και στόχος και υποχρέωση ενός οργανισμού όπως το Πορεία. Επί σκηνής είναι η συνθέτρια της μουσικής Λήδα Μανιατάκου, η οποία είναι ηθοποιός και συμμετέχει και ως ηθοποιός, αλλά και ο Μάριος Παπούλιας που είναι μουσικός και επίσης εκφωνεί και συμμετέχει ως ηθοποιός. Είναι έντεκα άνθρωποι που συμμετέχουν όλοι στη δράση, φυσικά οι εννέα περισσότερο (Αλέξανδρος Βαμβούκος, Ηλιάνα Μαυρομάτη, Άρης Μπαλής, Γιάννης Νταλιάνης, Διονύσης Πιφέας, Θάλεια Σταματέλου, Αρετή Τίλη, Σίσσυ Τουμάση, Ορέστης Χαλκιάς) με την έννοια ότι συνεχώς βρίσκονται εντός των επεισοδίων, ενώ η Λήδα και ο Μάριος συνήθως συνοδεύουν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι όλοι μαζί ένα ενιαίο γκρουπ. Ο τίτλος του έργου, Δόξα Κοινή, προέρχεται από το κεντρικό ποίημα το οποίο ήταν ο κορμός για να στήσουμε αυτή την παράσταση και είναι το ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου από τη συλλογή του Οκτάνα με τίτλο “Εις την Οδό των Φιλελλήνων”. Στο ποίημα αυτό υπάρχει μια παράδοξη συνθήκη. Όλα διαδραματίζονται στην Αθήνα, μεσοκαλόκαιρο, Ιούλιο μήνα όταν όλα φλέγονται, όταν η άσφαλτος λιώνει κάτω από τα πόδια και όταν μέσα σε αυτό το φως το οποίο καίει τα πάντα συμβαίνουν τα πιο παράδοξα και τα πιο ακραία πράγματα. Από μια τελετή, μια νεκρική πομπή που περνάει μέσα στο κέντρο της Αθήνας, ξεκινάει μέσα στο πλήθος μια παράδοξη σχέση αγνώστων μεταξύ τους ανθρώπων, οι οποίοι ενώ αρχικά κοιτάζονται με υπαρξιακό άγχος εξαιτίας της νεκρικής πομπής που μόλις πέρασε, ξαφνικά βρίσκονται σε έναν άλλο ψυχικό τόπο, σε έναν τόπο επιθυμίας, σε έναν τόπο ερωτικό. Μέσα στα λεωφορεία οι άνθρωποι αγγίζονται με ερωτικό τρόπο χωρίς να γνωρίζονται, γυναίκες και άνδρες παραδίδονται σε αυτό το αίσθημα χωρίς ενοχές, χωρίς τύψεις, χωρίς αναστολές και ξαφνικά μεταφερόμαστε από την Αθήνα στις κατάξερες εκτάσεις του Μεξικού. Μεταφερόμαστε δηλαδή σε ψυχικούς τόπους τελείως περίεργους και σουρεαλιστικούς. Μέσα όμως σε αυτό το ποίημα, αυτό που καταλαβαίνουμε και έτσι τελειώνει κιόλας, είναι ότι αυτός ο καύσωνας, ψυχικός και κυριολεκτικός, είναι απολύτως αναγκαίος για να μπορέσει να υπάρξει το ελληνικό φως. Το ελληνικό φως είναι λοιπόν το έναυσμα, είναι η θρυαλλίδα, είναι το φιτίλι το οποίο βάζει φωτιά στις ψυχές και στην δημιουργία. Το ποίημα τελειώνει ως εξής: “Ο καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξει τέτοιο φως. Το φως αυτό χρειάζεται μια μέρα για να γίνει μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Ελλήνων, που πρώτοι θαρρώ αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου”. Το υπαρξιακό άγχος και το φόβο του τέλους τον πήραν οι Έλληνες και τον μετατρέψανε σε ποίηση και σε παγκόσμια δημιουργία. Η παράστασή μας θέλει να υπενθυμίσει αυτό και ότι οι Έλληνες ανήκουμε σε έναν λαό που, χωρίς εθνικισμούς, πρέπει να επιστρέψει σε αυτό που τον εξέθρεψε. Στην ποίηση, στη δημιουργία και όχι στο να σπάμε ο ένας το κεφάλι του άλλου. Αν τα παγκάκια και οι τοίχοι της πόλης μας είχαν γκράφιτι με στίχους Ελλήνων ποιητών, αν τα αγάλματα αντί να είναι μόνο πολεμιστών, στρατιωτικών και πολιτικών ήταν ποιητών και είχαν από ένα ζωντανό λουλουδάκι κάθε μέρα από ένα νέο ζευγάρι, τότε όλοι μας θα ζούσαμε μια πιο ωραία και μια πιο ποιητική ζωή. Φτωχοί ή πλούσιοι. Όπως είδα στη Μόσχα στο άγαλμα του Πούσκιν, του Ντοστογιέφσκι και του Τσέχωφ. Δεν ήμασταν ποτέ πλούσιοι, είμαστε όμως περιούσιοι γιατί έχουμε αυτή την περιουσία. Και η περιουσία αυτή είναι ο λόγος, είναι η μουσική μας, είναι η ποίηση, η Δημοτική ποίηση, το Δημοτικό τραγούδι, η έντεχνη ποίηση, η νομπελική ποίηση, η αναρχική ποίηση. Όλα αυτά είναι ίσως καιρός να τα ξαναθυμηθούμε και δε λέω ότι είμαι ο μόνος που το προσπαθεί. Έχω δει αρκετές προσπάθειες νέων ομάδων που βασίζονται σε ελληνικά ποιήματα και αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό και ελπιδοφόρο μήνυμα. Άρα λοιπόν ίσως είναι η ώρα να επιστρέψουμε στην ποίησή μας και να την ξανακοιτάξουμε με λίγο μεγαλύτερη εκτίμηση».

 

Ο Γιάννης Νταλιάνης (όρθιος με την ομπρέλα) στην παράσταση «Δόξα Κοινή». (Φωτογραφία: Βάσια Αναγνωστοπούλου).

 

«Πάντα όσοι παρακολουθούν παραστάσεις του Πορεία ξέρουν ότι ο φόβος μου είναι η πλήξη. Δεν αντέχω την πλήξη. Όταν με κατηγορούν για πλήξη, αυτό είναι τρομερό γιατί μου δείχνει ότι κάποιος βαρέθηκε. Βέβαια κάποιοι το έχουν μάθει τελευταία ότι ο φόβος μου είναι η πλήξη και με κατηγορούν ακριβώς για πλήξη για να με πλήξουν. Η αλήθεια είναι όμως ότι καταλαβαίνω πολύ καλά όταν κάτι τραβάει, όταν κάτι είναι βαρετό, όταν δεν συμβαίνει κάτι επί σκηνής. Αυτή η παράσταση λοιπόν της ποίησης, είμαι σχεδόν βέβαιος ότι θα πείσει όλους ότι μια ώρα ποιητικής δράσης και εικόνων πάνω στη σκηνή, μπορεί να είναι όσο πέντε δευτερόλεπτα. Και μπορεί μετά οι άνθρωποι να πουν, όπως και είπαν σε μια ανοιχτή πρόβα που κάναμε για το κοινό, μα εμείς θέλουμε κι άλλο, γιατί το διακόψατε; Και τους είπαμε ότι μέχρι εδώ έχουμε να σας δείξουμε σήμερα, δεν είμαστε έτοιμοι για όλη την παράσταση, και αποκριθήκαν ότι ναι, αλλά εμείς έχουμε μπει κάπου, σε μια ιστορία και μας διακόψατε αυτή την ωραία εικόνα, γιατί μας τη διακόψατε; Το ίδιο μου είπαν και οι ηθοποιοί, ότι ενώ εγώ τους σταμάτησα εκείνοι ήταν έτοιμοι να συνεχίσουν μέχρι τέλους, παρότι δεν ήμασταν έτοιμοι να παίξουμε μέχρι τέλους με ακρίβεια. Αυτό λοιπόν σημαίνει ότι την ιστορία που έχουμε φτιάξει, θέλουμε να την αφηγηθούμε στο κοινό και θέλει το κοινό να την ακούσει. Γιατί έχει πολύ έντονες και ωραίες εικόνες και γιατί ο στίχος παύει να είναι στίχος και γίνεται ζεστός και άμεσος λόγος. Αυτό για μένα είναι τεράστιο στοίχημα, αν το κατορθώσουμε τελικά».

 

Οι ηθοποιοί της παράστασης Γιάννης Νταλιάνης, Σίσσυ Τουμάση, Ηλιάνα Μαυρομάτη, Διονύσης Πιφέας, Θάλεια Σταματέλου, Ορέστης Χαλκιάς, Αλέξανδρος Βαμβούκος, Αρετή Τίλη και Άρης Μπαλής. (Φωτογραφία: Βάσια Αναγνωστοπούλου).

 

 

Πληροφορίες παράστασης

«Δόξα Κοινή»

Σύνθεση κειμένου: Στρατής Πασχάλης

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τάρλοου

Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη

Κοστούμια: Αλέξανδρος Γαρνάβος, Τζίνα Ηλιοπούλου

Μουσική: Λήδα Μανιατάκου

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Επιμέλεια κίνησης: Κορίνα Κόκκαλη

Βοηθός σκηνοθέτη: Δήμητρα Κουτσοκώστα

Βοηθός σκηνογράφου: Φιλάνθη Μπουγάτσου

Φωτογραφίες: Βάσια Αναγνωστοπούλου

 

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά) οι:  Αλέξανδρος Βαμβούκος, Λήδα Μανιατάκου, Ηλιάνα Μαυρομάτη, Άρης Μπαλής, Γιάννης Νταλιάνης, Διονύσης Πιφέας, Θάλεια Σταματέλου, Αρετή Τίλη, Σίσσυ Τουμάση, Ορέστης Χαλκιάς. Μουσικός επί σκηνής: Μάριος Παπούλιας

 

 

Πού: Θέατρο Πορεία, Τρικόρφων 3-5 & 3ης Σεπτεμβρίου 69, Πλατεία Βικτωρίας, τηλ. 210 8210991, 210 8210082, www.poreiatheatre.com

Πότε: από 27 Ιανουαρίου 2020 έως 14/4/2020: Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00, Σάββατο στις 18.00, Κυριακή στις 16.00. Από 21/4/2020 έως 31/5/2020: Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00, Κυριακή στις 18.00

Εισιτήρια: VIP ζώνη: 18 ευρώ, A’ ζώνη: 16 ευρώ, Β’ ζώνη: 14 ευρώ, Γ’ ζώνη: 12 ευρώ, senior (άνω των 65): 14 ευρώ, φοιτητικό, νεανικό (κάτω των 22), ανέργων, ΑμεΑ: 12 ευρώ (σε συγκεκριμένες θέσεις της Α’ & Β’ ζώνης.

Εισιτήρια θα διατίθενται σε προσφορά προπώλησης έως και την ημέρα της πρεμιέρας (27 Ιανουαρίου): Εισιτήρια VIP ζώνης 14€, Α’ ζώνης 12€, Β’ ζώνης 12€ (αρχική τιμή 18€, 16€ και 14€ αντίστοιχα).

Διάρκεια παράστασης: 90 λεπτά, χωρίς διάλειμμα