Ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος μιλάει για την παράσταση «Η απαγωγή της Τασούλας»
4 Ιουνίου 2019
«Λαχταρώ» στο Θέατρο Ροές
6 Ιουνίου 2019

Η ηθοποιός Ελίνα Ρίζου ερμηνεύει το ρόλο της Έντα Γκάμπλερ στην ομώνυμη παράσταση που ανεβαίνει στο Bios σε σκηνοθεσία Ζωής Χατζηαντωνίου.

 

Συνέντευξη: Μαριλένα Θεοδωράκου

 

Δύο ηθοποιοί παίζουν τον ίδιο ρόλο επί σκηνής αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο. Η πρώτη, η Γεωργιάννα Νταλάρα, είναι ένα βωβό πρόσωπο που κινείται κανονικά και ερμηνεύει αλλά δε μιλάει. Από την άλλη πλευρά βρίσκεται η Ελίνα Ρίζου και συγκεκριμένα μέσα σ’ ένα μπουθ, σε έναν θάλαμο δηλαδή, με μικρόφωνο και είναι η φωνή της πρώτης. Ο ρόλος των δύο ηθοποιών είναι αυτός της Έντα Γκάμπλερ, της τρομερής ηρωίδας του Ερρίκου Ίψεν από το ομώνυμο θεατρικό του έργο. Πρόκειται για την παράσταση του έργου «Έντα Γκάμπλερ» η οποία αναβαίνει στο Bios σε σκηνοθεσία Ζωής Χατζηαντωνίου. Η Ελίνα Ρίζου μιλάει στο theatermag.gr για το ρόλο που ερμηνεύει, τον συγγραφέα, τη συνεργασία της με τη σκηνοθέτρια και όσα συμβαίνουν στον κόσμο της Έντα Γκάμπλερ.

 

 

 

Πώς νιώθετε όταν διαβάζετε έργα του Ερρίκου Ίψεν;

Έχω πάντα την αίσθηση ότι ο Ίψεν είναι περισσότερο φιλόσοφος παρά συγγραφέας, ότι χρησιμοποιεί τους κώδικες της θεατρικής γλώσσας για να εκθέσει μια οντολογική του άποψη για τα πράγματα, όπως ένας επιστήμονας χρησιμοποιεί τη μαθηματική γλώσσα για να ερευνήσει την υπόθεσή του και να οδηγηθεί σε συμπεράσματα.

 

Τι χρειάστηκε να κάνετε για συναντηθείτε με την Έντα Γκάμπλερ, την ηρωίδα που ερμηνεύετε;

Στην παράσταση η Έντα «μοιράζεται» σε σώμα και φωνή, δύο αποσχισμένες οντότητες που συνεργάζονται για να περατώσουν τον δρόμο του προσώπου. Αυτός ο διάλογος, αυτή η έρευνα πάνω στην ειρήνη και τον πόλεμο ως ανά πάσα στιγμή ρευστές καταστάσεις εντός του ατόμου στην απόπειρά του να ανταποκριθεί με συνέπεια στη ζωή, ήταν και η βασική πρόκληση αλλά και ταυτόχρονα το κλειδί για τη συνάντηση με την Έντα, ιδωμένη από τα μάτια της Ζωής Χατζηαντωνίου.

 

 

Τι συμβαίνει στο μυαλό ή στον κόσμο της Έντα Γκάμπλερ;

Συμβαίνει ο πόλεμος που λέγαμε προηγουμένως. Ακριβώς επειδή ο μέσα κόσμος της δεν καταφέρνει να συναντήσει πουθενά τον έξω. Υπάρχουν δύο ποτάμια, το εξωτερικό σύστημα του οποίου είναι μέρος και στο οποίο καλείται να είναι λειτουργική, και η εσωτερική της ζωή. Αυτά τα ποτάμια δε θα συναντηθούν ποτέ, παρά μόνο στο τέλος. Στο τέλος της.

 

Θα θέλατε να μας πείτε για τη μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα πάνω στη οποία έχει βασιστεί η παράσταση;

Ο Γιώργος Δεπάστας, πάντα καίριος σε σχέση με το ίδιον του εκάστοτε συγγραφέα με τον οποίο καταπιάνεται, έχει φωτίσει πολύ απλά και διακριτικά τις λεπτομέρειες. Επιλογές φράσεων που κυλούν πολύ ομαλά τη στιγμή που εκστομίζονται και γίνονται η μία ο βατήρας της επόμενης. Αυτό είναι κάτι πολύ δύσκολο να μεταφερθεί σε άλλη γλώσσα, γιατί δεν έχει να κάνει μόνο με τις έννοιες, αλλά και με τη μουσική, τελικά, της γλώσσας και ο Γιώργος Δεπάστας έχει αποδώσει θαυμαστά αυτό το λεκτικό-αφηγηματικό ντόμινο του Ίψεν.

 

 

Πείτε μας λίγα λόγια για τη συνεργασία σας με τη σκηνοθέτιδα Ζωή Χατζηαντωνίου. Πώς σας έχει οδηγήσει σκηνοθετικά;

Είναι η πρώτη φορά που παίζω σε παράσταση που σκηνοθετεί η Ζωή, ωστόσο έχουμε συνεργαστεί πολύ συχνά σε παραστάσεις των οποίων ήταν η κινησιολόγος. Πράγμα που μας έχει χαρίσει πια μια ισχυρή οικειότητα που διευκόλυνε πολύ αυτή τη συνεργασία. Έχοντας μια υψηλή μουσική αντίληψη των πραγμάτων και ούσα η ίδια πνεύμα με έντονη υπαρξιακή αναζήτηση -νομίζω εκεί βρίσκεται η σαγήνη που της άσκησε ο Ίψεν- με καθοδήγησε σε μια σταδιακή σύνθεση και αποκάλυψη του προσώπου της Έντα, όπου σκέψη και ομιλία προσπαθούν να πετύχουν την ταυτοχρονία.
Αυτό προϋποθέτει -ή δημιουργεί- μια Έντα σε απόλυτη διανοητική εγρήγορση.

 

Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, μια δυνατή σκηνή ή φράση της παράστασης;

Έτσι όπως εγώ απορρόφησα τη διαδικασία της πρόβας και της παράστασης, δυνατότερη όλων και πυρήνας του προβλήματος που θέτει ο Ίψεν προς έρευνα και λύση, είναι η συχνά επαναλαμβανόμενη από όλα τα πρόσωπα λέξη: «ΦΑΝΤΑΣΟΥ». Λέξη που λειτουργεί σχεδόν σαν γλωσσικό τικ των προσώπων, εξαιρετικά αποκαλυπτική, ωστόσο, στην κυριολεξία της.

 

Πώς θα δούμε τους ηθοποιούς επί σκηνής, πως είναι τα σκηνικά και τα κοστούμια σας;

Η παράσταση παίζει με τη διάσταση της εσωτερικής εμπειρίας στον τρόπο που τα πρόσωπα -ίσως με κύριο φίλτρο αυτό της Έντα- μεταβολίζουν τα εξωτερικά ερεθίσματα. Η φαντασία είναι παρούσα με τρόπο που τελικά καθίσταται πραγματική, και αυτό το στοιχείο είναι που υπηρετείται από την ενδυματολογική και σκηνική σύνθεση.

 

Τι θέλει να περιγράψει ο Ίψεν με αυτό το έργο του;

Νομίζω ότι είναι ένα έργο που λειτουργεί με όρους πειράματος: ένα υποκείμενο (Έντα) ριγμένο σ’ ένα σύστημα αταίριαστο με βασικά χαρακτηριστικά του είναι του, που προσπαθεί να ανταποκριθεί λειτουργικά, κατακλυζόμενο, ωστόσο, ανά πάσα στιγμή από τις ανάποδες τάσεις του.

 

 

Πληροφορίες παράστασης

«Έντα Γκάμπλερ» του Ερρίκου Ίψεν

Σκηνοθεσία: Ζωή Χατζηαντωνίου

Μετάφραση: Διασκευή βασισμένη στη μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα

Σκηνικά – Κοστούμια: Μαρία Πανουργιά

Μουσική: Μιχάλης Παρασκάκης

Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου

Σχεδιασμός ήχου: Κώστα Μπώκος

Βοηθός σκηνοθέτη: Αλεξάνδρα Ντεληθέου

Βοηθός στην επεξεργασία κειμένου: Δημήτρης Πασσάς

Εκτέλεση παραγωγής: Quadrat

Φωτογραφίες: Βαγγέλης Πουλής

Επιμέλεια προγράμματος:  Δημήτρης Κάβουρας

 

Ερμηνεύουν οι ηθοποιοί:

Έντα, σύζυγος του Γέργκεν Τέσμαν και κόρη του στρατηγού Γκάμπλερ: Γεωργιάννα Νταλάρα, Ελίνα Ρίζου

Γέργκεν Τέσμαν, πανεπιστημιακός υπότροφος στην Ιστορία του πολιτισμού: Γιάννης Κλίνης

Δεσποινίς Τέσμαν, θεία του Γέργκεν: Ρίτα Λυτού

Τέα Έλβστεντ: Αρετή Σεϊνταρίδου

Διαμεσολαβητής Μπρακ: Γιώργος Βαλαής

Άιλερτ Λέβμποργκ: Φιντέλ Ταλαμπούκας

 

 

Η παράσταση Έντα Γκάμπλερ επιχορηγείται από το ΥΠ.ΠΟ. και συγχρηματοδοτείται από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης.

 

Πού: Bios main, Πειραιώς 84, Αθήνα, Κεραμεικός, τηλ. 210 3425335

Πότε: από Δευτέρα 13 Μαΐου 2019 και κάθε Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη  στις 21.15. Έως τις 12 Ιουνίου. (Οι παραστάσεις στις 3, 4 και 5 Ιουνίου δεν θα πραγματοποιηθούν)

Διάρκεια παράστασης: 120 λεπτά

Εισιτήρια: 14 ευρώ κανονικό και 8 ευρώ φοιτητικό /ανέργων / ΑΜΕΑ  / άνω των 65 ετών

 

 

Υπόθεση του έργου

Η Έντα επιστρέφει από το γαμήλιο ταξίδι με τον Γέργκεν Τέσμαν στο σπίτι των ονείρων τους, στη Βίλα Φαλκ, που τόσο όμορφα έχουν φτιάξει για χάρη τους η θεία Γιούλια και ο οικογενειακός φίλος, Διαμεσολαβητής Μπρακ. Όλα θα μπορούσαν να εξελιχθούν «κανονικά» έως πληκτικά, αλλά το παρελθόν εισβάλλει με την επίσκεψη της κυρίας Έλβστεντ και την απρόσμενη επιστροφή του άσπονδου φίλου και πιο επικίνδυνου εχθρού, ονόματι Άιλερτ Λέβμποργκ.

Όποιοι έρχονται στη Βίλα Φαλκ δεν ξαναφεύγουν ποτέ. Εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε μια εν δυνάμει πραγματικότητα και στην πραγματική δυνατότητα, ανίκανοι να διαχειριστούν τη ζωή και το μέλλον, επιλέγουν να διαχειριστούν τη ζωή κάποιου άλλου. Είναι χαμένοι, εξαρτημένοι κι απελπισμένα μόνοι, είναι ξεστρατισμένα νήπια που βγάζουν άναρθρες κραυγές και την επόμενη στιγμή, απολύτως στερημένοι από οποιαδήποτε δυνατότητα, βυθίζονται στην πιο ιερή βουβαμάρα. Είναι ενήλικες.

Στην πιο βαθιά απελπισία, περιγράφει ποιητικά ο Κίρκεγκωρ, η ψυχή αναδιπλώνεται, ο εαυτός διασπάται, κλείνεται σε ένα «κλειστό δωμάτιο», κι από εκεί περίκλειστος οδηγεί τη φαινομενική παρουσία του ανθρώπου, του οποίου η ψυχή ασθενεί από απελπισία. Ο απελπισμένος είναι περισσότερο μια αφαίρεση, μια απουσία μέσα σ’ ένα κέλυφος ανθρώπινων συμπεριφορών και στερεοτυπικής κανονικότητας.

Ο Καμύ επιμένει ότι η αυτοκτονία προετοιμάζεται μέσα στη σιωπή, ως το μεγαλύτερο έργο τέχνης. Κάποιοι την περιγράφουν ως την απόρροια της αποκοπής από το «γενικό». Η Έντα, πάντως, κλειδωμένη στο «κλειστό δωμάτιο»  του εαυτού της, είναι ταυτόχρονα παίκτης και πιόνι. Είναι ανίκητη παίκτρια εναντίον της. Και αυτό είναι το παράδοξο μέσα στο οποίο ζει.

Η Έντα έχει πλέον διασπαστεί στη φυσική παρουσία που σιωπά και στην φωνή που παραμένει κλεισμένη στο «πίσω δωμάτιο», στον μοναδικό χώρο που της αναλογεί. Αδειάζει προοδευτικά τον εαυτό της, ξεφορτώνεται ό,τι την προσδιορίζει, το όνομα, τα πιστόλια του πατέρα της, το πιάνο, εντέλει την ίδια.

Όταν όλα έχουν επιτελεστεί και οι φαντασμαγορίες του μυαλού της έχουν αδειάσει, την αποκαλυπτική στιγμή που αντιλαμβάνεται ότι η τραγικότητα μόνο μέσα στο μυαλό της υπάρχει κι ότι η «αληθινή πραγματικότητα» μόνο με χυδαιότητα και γελοιότητα προικίζει τους ανθρώπους, τότε δεν αντέχει.