Η Μαρία Δελετζέ μιλάει για τον «Άνθρωπο που γελά»

Δημήτρης Μπίτος: «Δεν μπορούσα να σκεφτώ πιο κατάλληλο χώρο για αυτό το κείμενο»
10 Μαΐου 2019
Βασιλίνα Κατερίνη : «Έμαθα πολλά από τη συνεργασία με τον Θανάση Σαράντο και ακόμα μαθαίνω»
14 Μαΐου 2019
Δημήτρης Μπίτος: «Δεν μπορούσα να σκεφτώ πιο κατάλληλο χώρο για αυτό το κείμενο»
10 Μαΐου 2019
Βασιλίνα Κατερίνη : «Έμαθα πολλά από τη συνεργασία με τον Θανάση Σαράντο και ακόμα μαθαίνω»
14 Μαΐου 2019

Συνέντευξη: Μαριλένα Θεοδωράκου

 

Στο πλαίσιο της έρευνας για το ρόλο της, μεταξύ άλλων, παρακολούθησε μαθήματα στο Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών και ήρθε σε επαφή με άτομα με προβλήματα όρασης. Η ηθοποιός Μαρία Δελετζέ μιλάει για την παράσταση «Ο άνθρωπος που γελά», η οποία είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βίκτωρ Ουγκώ. Πρόκειται για μια μουσικοθεατρική σύνθεση από τον σκηνοθέτη και συνθέτη Θοδωρή Αμπαζή, Αναπληρωτή Καλλιτεχνικό Διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, απόρροια της μακρόχρονης έρευνάς του πάνω στο είδος της όπερας και αξιοποιώντας την παράδοση του σύγχρονου μουσικού θεάτρου και του θεάτρου πρόζας.

«Ο άνθρωπος που γελά» δημοσιεύτηκε το 1869, δύο μόλις χρόνια πριν την εξέγερση της Παρισινής Κομμούνας και μπορεί να μην είχε την άμεση απήχηση άλλων έργων του Ουγκώ ωστόσο δεν υπολείπεται  μεγαλείου. Κάθε ζήτημα – κοινωνική ανισότητα, αλλοτρίωση από την επαφή με την εξουσία, πολιτική ευθύνη του ανθρώπου για παρέμβαση, συντριβή του ατόμου έναντι του συστήματος -, λανθάνει και αποκαλύπτεται αριστοτεχνικά πίσω από μια πλοκή που ανάγει τον έρωτα σε κινητήριο δύναμη.

 

Έχετε σπουδάσει χορό, τραγούδι και υποκριτική; Πως μπήκε το μικρόβιο της ενασχόλησης με τον καλλιτεχνικό χώρο;

Η είσοδός μου στον χώρο των τεχνών έγινε μέσω του χορού. Στην ηλικία των τεσσάρων ετών ξεκίνησα τις σπουδές μου στον κλασσικό και έπειτα το σύγχρονο χορό. Η μουσική και το θέατρο μπήκαν λίγο αργότερα και πιο δειλά στη ζωή μου, ήταν όμως βαθιά εδραιωμένες στην ψυχή μου και γι’ αυτό τελικά δεν μπόρεσα να διαχωρίσω καμία από τις τρεις τέχνες. Σπούδασα Μουσικό Θέατρο, παράλληλα με τις σπουδές μου στη Φυσικοθεραπεία. Αποφοιτώντας και από τις δύο σχολές ξεκίνησα να εργάζομαι στο θέατρο, κυρίως σε μουσικοθεατρικές παραστάσεις. Πιστεύω, βέβαια, πως η εξέλιξη και η γνώση δεν σταματούν ποτέ, γι’ αυτό και συνεχίζω την εκπαίδευση μου και στις τρεις τέχνες μέσω μαθημάτων και σεμιναρίων.

 

«Μελωδία της Ευτυχίας», «Ο Μικρός Πρίγκιπας», κ.ά. Ποιες συνεργασίες ξεχωρίζετε μέχρι σήμερα;

Θα ήταν άδικο να ξεχωρίσω κάποια συνεργασία, γιατί όλες μαζί με έφτασαν εδώ που είμαι σήμερα. Θεωρώ πως μέσα από κάθε συνεργασία μπορείς να αποκομίσεις εμπειρίες, να αντλήσεις ιδέες και εφόδια, χρήσιμα για την μετέπειτα πορεία σου τόσο στην τέχνη, όσο και στη ζωή.

 

Ποια είναι η άποψή σας για το μιούζικαλ ως θεατρικό είδος και για την άνοδό του τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα;

Για μένα είναι ευλογία η δυνατότητα που σου δίνει το μουσικό θέατρο – ή «μιούζικαλ» όπως έχει καθιερωθεί ως όρος και στα ελληνικά- να εκφράσεις τον ψυχισμό ενός ήρωα και να αφηγηθείς μια ιστορία με όλα τα εκφραστικά σου μέσα. Πιστεύω πως στην Ελλάδα είναι ένα παρεξηγημένο είδος, γιατί έχει ταυτιστεί με το φαντασμαγορικό και το ανούσιο και με την ξαφνική, «από το πουθενά» έναρξη ενός τραγουδιού εν μέσω πρόζας. Στην πραγματικότητα η ποικιλία του είδους είναι τόσο μεγάλη όσο και του θεάτρου πρόζας, ενώ η μετάβαση από την πρόζα στο τραγούδι, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις του είδους, τόσο για τους δημιουργούς, όσο και για τους ερμηνευτές. Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας ανεβαίνουν συνεχώς παραγωγές μιούζικαλ, κυρίως ξένων δημιουργών, που έχουν γίνει επιτυχίες σε West End και Broadway. Βέβαια δεν είναι λίγοι και οι έλληνες δημιουργοί που έχουν στραφεί στο μιούζικαλ και τα έργα τους προοικονομούν ένα αισιόδοξο μέλλον για την εξέλιξη του είδους στη χώρα. Από την άλλη πλευρά, θα ήταν καλό να εξετάσουμε κατά πόσον διαθέτουμε ως χώρα κατάλληλα καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό (συντελεστές και ηθοποιούς), που να μπορεί να ανταποκριθεί στις υψηλές απαιτήσεις του είδους, προκειμένου αυτή η άνοδος να συνεχιστεί με ολοένα και αρτιότερες παραγωγές.

 

 

Αυτή τη σεζόν βρίσκεστε σε έναν πολυμελή θίασο στην παράσταση «Ο άνθρωπος που γελά» του Βίκτωρ Ουγκώ. Ποια είναι η γνώμη σας για τον κορυφαίο Γάλλο λογοτέχνη και για το συγκεκριμένο έργο του;

Ο Βίκτωρ Ουγκώ αποτελεί τον σημαντικότερο εκπρόσωπο του Γαλλικού ρομαντισμού. Ο λόγος του, άλλοτε φιλοσοφικός και ποιητικός και άλλοτε πολιτικός και καυστικός με πολυάριθμες ιστορικές και εγκυκλοπαιδικές αναφορές, φανερώνει την πολύπλευρη προσωπικότητά του. Οι ανάγλυφες περιγραφές του αποτυπώνουν με ακρίβεια τον κόσμο του έργου, αλλά και τον ψυχισμό των ηρώων. «Ο άνθρωπος που γελά» είναι ίσως το πιο πολιτικό και συγχρόνως βαθιά ανθρώπινο έργο του με έμφαση στην κοινωνική ανισότητα. Ένα έργο καταγγελτικό προς την αυθαιρεσία και ασυδοσία της αριστοκρατίας εις βάρος του εξαθλιωμένου λαού.

 

Πότε ξεκινήσατε τις πρόβες, ποια ήταν η προετοιμασία και η έρευνα που χρειάστηκε να κάνετε;

Οι πρόβες ξεκίνησαν στις αρχές του περασμένου Δεκέμβρη και διήρκησαν 3,5 μήνες. Η έρευνα έγινε τόσο σε προσωπικό όσο και σε ομαδικό επίπεδο. Στο πλαίσιο της έρευνας για το ρόλο μου, μεταξύ άλλων, παρακολούθησα μαθήματα στο Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών και ήρθα σε επαφή με άτομα με προβλήματα όρασης. Ταυτόχρονα, η συνολική διαδικασία των προβών ξεκίνησε διερευνητικά και το τελικό αποτέλεσμα προήλθε μέσα από ομαδικές δοκιμές και αυτοσχεδιασμούς, με άξονες τη δραματουργία, το κείμενο και τη μουσική παρτιτούρα, υπό τις οδηγίες του σκηνοθέτη και συνθέτη του έργου Θοδωρή Αμπαζή και της χορογράφου Αγγελικής Στελλάτου.

 

Ποιος είναι ο ρόλος που ερμηνεύετε;

Ο ρόλος που ερμηνεύω είναι αυτός της Ντέα, ενός τυφλού δεκαεξάχρονου κοριτσιού που ο Γκουίνπλεν (ο άνθρωπος που γελά) έσωσε από βέβαιο θάνατο όταν ήταν μωρό. Οι δυό τους μεγαλώνοντας μαζί βιώνουν έναν ισχυρό και ιδανικό έρωτα. Η Ντέα είναι η μόνη γυναίκα που βλέπει το αληθινό πρόσωπο του Γκουινπλέν, γιατί βλέπει την ψυχή του. Είναι μια μορφή αγγελική και εύθραυστη, σημαδεμένη κι αυτή από τη σκληρότητα της κοινωνίας.

 

 

Πώς ήταν η συνεργασία σας με τον σκηνοθέτη Θοδωρή Αμπαζή;

Η συνεργασία με τον Θοδωρή Αμπαζή ήταν για μένα ένα σχολείο. Ο τρόπος που αξιοποιεί τις δυο ιδιότητές του (του συνθέτη και του σκηνοθέτη) ταυτόχρονα είναι αξιοθαύμαστος. Η μουσική του σύνθεση ακολουθεί πιστά τη δραματουργία και συγχρόνως την υποβάλλει, δίνοντας στον ηθοποιό έναν καθαρό οδηγό για την ερμηνεία του, αλλά και ένα δίχτυ ασφαλείας. Η διαδικασία των προβών ήταν εξαιρετικά δημιουργική και νομίζω πως εμπνεύστηκε από εμάς, όσο κι εμείς από εκείνον. Η σκηνοθετική γραμμή -σαφής εξαρχής- δινόταν πάντα με διάθεση διερεύνησης του πυρήνα της, θέτοντας τις βάσεις για μια παράσταση ουσίας.

 

 

Κατά τη γνώμη σας ποια είναι η υπόθεση του έργου;

Λονδίνο. Αρχές 18ου αιώνα. Η κοινωνία είναι χωρισμένη σε δύο τάξεις με τεράστιο χάσμα, αυτήν των πλουσίων που έχουν στα χέρια τους την εξουσία και αυτήν του άβουλου φτωχού λαού. Στην δεύτερη ανήκει και ένας περιοδεύον θίασος με θιασάρχη τον Ούρσους και βασική ατραξιόν τον Γκουίνπλεν, ένα νεαρό άνδρα με παραμορφωμένο πρόσωπο -ένα μόνιμα χαραγμένο χαμόγελο, από μια συμμορία της εποχής, κατόπιν εντολής βασιλιά-. Ο Γκουίνπλεν βιώνει τον απόλυτο έρωτα με την τυφλή Ντέα, όταν όμως επισκέπτεται τον κόσμο τους μια δούκισσα, οι ισορροπίες αλλάζουν. Ο Γκουίνπλεν θα βρεθεί μεταξύ των λόρδων και θα προσπαθήσει να τους μιλήσει για τα δεινά του λαού, εισπράττοντας την αδιαφορία τους.

 

Πώς θα δούμε τους ηθοποιούς επί σκηνής, πως είναι τα σκηνικά και τα κοστούμια σας;

Η σκηνογραφία του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, διασαφηνίζει εύστοχα τη διάκριση μεταξύ των δύο κόσμων του έργου, των λόρδων (επάνω κόσμος) και του εξαθλιωμένου λαού (κάτω κόσμος), χωρίζοντας τη σκηνή σε δύο επίπεδα. Την αντίθεση αυτή έρχονται να ενισχύσουν και τα εντυπωσιακά κοστούμια της παράστασης της Νίκης Ψυχογιού, σε συνδυασμό με το μακιγιάζ της Olga Faleichyk. O φτωχός λαός κουρελιασμένος και παραμορφωμένος από τη σωματική και ψυχική κακοποίηση που υφίσταται, σε αντιδιαστολή με την αψεγάδιαστη τάξη των πλουσίων. Το αισθητικό αποτέλεσμα έρχονται να συμπληρώσουν οι ευφάνταστοι φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου.

 

Ποιος είναι «Ο άνθρωπος που γελά»;

Ο άνθρωπος που γελά είναι ο άνθρωπος που τολμά να υψώσει το ανάστημά του απέναντι στους ισχυρούς και να υπερασπιστεί τους αδύναμους. Είναι η καταπιεσμένη φωνή του δικαίου που επαναστατεί, όμως χάνεται, μέσα  σε μια κοινωνία ανάλγητη και μουδιασμένη.

 

 

 

Πληροφορίες παράστασης

«Ο άνθρωπος που γελά», μια μουσικοθεατρική σύνθεση του Θοδωρή Αμπαζή, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βίκτωρ Ουγκώ

 

Μετάφραση: Ντορέτα Πέππα

Διασκευή – Λιμπρέτο: Έλσα Ανδριανού

Σύνθεση-Σκηνοθεσία: Θοδωρής Αμπαζής

Σκηνογραφία: Κωνσταντίνος Ζαμάνης

Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού

Χορογραφία: Αγγελική Στελλάτου

Φωτισμοί: Nίκος Σωτηρόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Ελεάνα Τσίχλη

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Ζαφειροπούλου

Γ’ Βοηθός σκηνοθέτη:  Κωνσταντίνος Καρδακάρης

 

Διανομή: Θανάσης Ακοκκαλίδης, Νέλη Αλκάδη,  Διονύσης Βερβιτσιώτης, Θανάσης Βλαβιανός,         Τζωρτζίνα Δαλιάνη, Μαρία Δελετζέ, Αντιγόνη Δρακουλάκη, Πάρις Θωμόπουλος, Κώστας Κορωναίος, Ελίτα Κουνάδη, Νέστωρ Κοψιδάς, Δαυίδ Μαλτέζε, Ελένη Μπούκλη, Παναγιώτης Παναγόπουλος, ΕβελίναΠαπούλια, Αρετή Πασχάλη, Αιμιλιανός Σταματάκης, Λυδία Τζανουδάκη, Σπύρος Τσεκούρας, Δήμητρα Χαριτοπούλου, Βαγγέλης Ψωμάς

 

Μουσικοί:

Κιθάρες: Γιάννης Αναστασάκης

Τσέλο: Σοφία Ευκλείδη

Πιάνο: Θοδωρής  Κοτεπάνος

Κρουστά: Ιάκωβος Παυλόπουλος

Κοντραμπάσο: Θάνος  Πολυμενέας  Λιοντήρης

 

Υπέρτιτλοι στα Αγγλικά: Καθημερινά

Φωτογράφος παραστάσεις: Ελίνα Γιουνανλή

 

 

Πού: Εθνικό Θέατρο – Θέατρο Rex Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη», Πανεπιστημίου 48 , τηλ. 210 3305074, 210 7234567 (μέσω πιστωτικής κάρτας), στο www.ticketservices.gr και στο  tickets.public.gr. Κρατήσεις συλλόγων: 210 7001468

Πότε: από τις 22 Μαρτίου 2019, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 20.30, Κυριακή στις 19.00. Έως 26 Μαΐου 2019.

Εισιτήρια: Τετάρτη και Πέμπτη: 15 ευρώ, Παρασκευή: 13 ευρώ, Σάββατο και Κυριακή: 18 ευρώ πλατεία, Θεωρεία και Α΄ εξώστης 15 ευρώ