Αλέξανδρος Μπαλαμώτης: «Αυτό το θέατρο με αφορά και τέτοια έργα θέλω να σκηνοθετήσω»
4 Μαΐου 2019
Ο Γιάννης Λιγνάδης μιλάει για τα «Μαθήματα Πολέμου ΙΙ»
7 Μαΐου 2019

Οι τρεις ηθοποιοί της παράστασης του έργου «Στην Εθνική με τα Μεγάλα», Βασίλης Λιάκος, Περικλής Ασημακόπουλος και Νεφέλη Παπαδερού.

 

Συνέντευξη: Μαριλένα Θεοδωράκου

 

Ένα έργο της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, που παρουσιάζει την αλληγορική πορεία τριών νέων στην αναζήτηση της ατομικής και της συλλογικής ταυτότητας, ανεβαίνει στο θέατρο 104. Πρόκειται για το έργο του Μιχάλη Βιρβιδάκη με τίτλο «Στην Εθνική με τα Μεγάλα» το οποίο σκηνοθετεί ο Σταύρος Ράγιας. Οι τρεις ηθοποιοί της παράστασης, Περικλής Ασημακόπουλος, Βασίλης Λιάκος και Νεφέλη Παπαδερού, μιλάνε για το έργο, την υπόθεσή του, τη συνεργασία τους και τους ρόλους που ερμηνεύουν. Μια μητέρα εξαφανισμένη από καιρό, δύο αδέρφια που ξαναβρίσκονται κοντά και πάλι, ο πατέρας που δεν ζει πια, και η φίλη του μικρού αδερφού, ξετυλίγουν άλλοτε με σκληρότητα και άλλοτε με ευαισθησία το μπερδεμένο κουβάρι μιας αλλόκοτης ελληνικής οικογένειας. Το έργο έχει ήδη αποσπάσει παγκόσμιες διακρίσεις, ενώ πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα στο Θέατρο “Νέα Σκηνή” του Λευτέρη Βογιατζή.

 

 

Ποιες ήταν οι πρώτες σας σκέψεις όταν διαβάσατε το έργο «Στην Εθνική με τα Μεγάλα» του Μιχάλη Βιρβιδάκη;

Νεφέλη Παπαδερού: «Το έργο ήταν ο βασικός λόγος που είπα το ναι στο Σταύρο Ράγια, τον σκηνοθέτη της παράστασης, για να είμαι σε αυτή τη δουλειά. Ομολογώ ότι το διάβασα απνευστί, το έργο είναι καταπληκτικό και η πρώτη σκέψη που έκανα ήταν πως θα ήθελα πολύ να είμαι μέρος αυτού του νέου ανεβάσματος».

Βασίλης Λιάκος: «Χάρηκα πολύ που διάβαζα ένα τόσο ενδιαφέρον κείμενο, πολύ περισσότερο ένα νεοελληνικό κείμενο. Μάλλον θα έλεγα ενθουσιάστηκα με την υπόθεση, τους χαρακτήρες, τις σχέσεις και τα θέματα που θίγει. Είναι σημαντικό να διαβάζεις ένα κείμενο ολοκληρωμένο που να κρατά το σασπένς ως το τέλος».

Περικλής Ασημακόπουλος: «Η πρώτη ανάγνωση του έργου ήταν μια έκπληξη για μένα. Είχα ακουστά το έργο σαν τίτλο, γιατί μου είχε κάνει εντύπωση στο άκουσμά του. Την ίδια λοιπόν εντύπωση, και μεγαλύτερη ίσως, μου έκανε και το κείμενο. Απόλυτη συνέπεια τίτλου – έργου ως προς την πρωτοτυπία πρώτιστα, αλλά και την απόδοση του θέματος».

 

 

Δύο αδέρφια και η φίλη του μικρού αδερφού, ξετυλίγουν άλλοτε με σκληρότητα και άλλοτε με ευαισθησία το μπερδεμένο κουβάρι μιας αλλόκοτης ελληνικής οικογένειας.

 

Τι σημαίνει ο τίτλος του έργου;

Περικλής Ασημακόπουλος: «Ο τίτλος υποδηλώνει μια Εθνική οδό όπου διέρχονται τα μεγάλα φορτηγά – νταλίκες, με τα μεγάλα φώτα τους, που περνώντας, άλλοτε φωτίζουν και άλλοτε παραμορφώνουν την πραγματικότητα».

Νεφέλη Παπαδερού: «Μεγάλα φορτηγά, φώτα, όνειρα…».

Βασίλης Λιάκος: «Πρόκειται για την εικόνα που έχουμε όλοι στα ταξίδια μας. Δρόμος, μεγάλα φορτηγά, φώτα, κίνηση, ταχύτητα, απόσταση. Για όσα μιλάει και το ίδιο το έργο. Για τις σχέσεις ως ταξίδια, τις ταχύτητες, την απόσταση και το θόρυβο που κάνουν. Για όσα έρχονται και φεύγουν. Και τη σιωπή που απομένει».

 

Ποια κατά τη γνώμη σας είναι η υπόθεση του έργου;

Νεφέλη Παπαδερού: «Η συγκινητική ιστορία δύο αδελφών, η οποία ξετυλίγεται και φωτίζεται σιγά-σιγά από τον συγγραφέα, μέσα από πολύ μυστήριο, χιούμορ, και άριστη ρυθμολογία, αντικατοπτρίζοντας μια “τυπική” ελληνική οικογένεια κάπου στο χθες ή ακόμα και κάπου στο σήμερα».

Περικλής Ασημακόπουλος: «Υπόθεση του έργου είναι οι σχέσεις δύο αδελφών και της κοπέλας του ενός, οι σχέσεις μεταξύ τους, αλλά και με τα φαντάσματα (;) του παρελθόντος, τη μητέρα και τον πατέρα τους».

Βασίλης Λιάκος: «Πρόκειται για μια οικογένεια και τα μυστικά της. Για όσα βρίσκονται πίσω από την κλειστή πόρτα και όσα λέει ο κόσμος. Για όσα οι χαρακτήρες δε θα παραδεχτούν ούτε στους ίδιους τους εαυτούς και για τα τραύματα που δε θα σβηστούν ποτέ, αλλά θα μαλακώσουν, ίσως, με φροντίδα και αγάπη».

 

Μια αλλόκοτη ελληνική οικογένεια. Πώς τη βλέπουμε μέσα από τις λέξεις του συγγραφέα;

Περικλής Ασημακόπουλος: «Πράγματι θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κάνεις αλλόκοτη οικογένεια, έτσι είναι δοσμένη από γραφής και αυτή είναι η γοητεία του κειμένου. Όμως το αλλόκοτο ενυπάρχει παντού, ακόμα και στις φαινομενικά «κανονικές» οικογένειες, και εκεί ίσως να είναι πιο επικίνδυνο ή νοσηρό».

Νεφέλη Παπαδερού: «Αδελφός, Μάνα, Πατέρας, Κρεβάτι, Χαζός, Φίλη, Καρπούζι, Γράμμα, Ψάξε, Χωράφι, Φορτηγά, Γερμανία, Φωτογραφία, Κοιλιά, Κυρά-Κατίνα, Μεγάλος, Φώτα…».

Βασίλης Λιάκος: «Το επίθετο αλλόκοτος, ακόμα, φέρει μια αρνητική σημασία. Όλως παραδόξως για την εποχή. Το τι σημαίνει αλλόκοτο είναι υποκειμενικό. Εγώ βλέπω μέσα από το κείμενο του Μιχάλη Βιρβιδάκη μια οικογένεια. Αυτό. Με τα θετικά και τα αρνητικά της. Τα άγχη, τις φοβίες, τα μυστικά, τους φόβους, την αγάπη, τα απωθημένα. Ότι μας απασχολεί όλους και όσα πιθανότατα θέλουμε και δε θέλουμε να παραδεχτούμε και να ομολογήσουμε».

 

Οι ηθοποιοί της παράστασης με τον σκηνοθέτη Σταύρο Ράγια, στην παράσταση του έργου «Στην Εθνική με τα Μεγάλα» του Μιχάλη Βιρβιδάκη.

 

 

Ποιος είναι ο ρόλος που ερμηνεύετε;

Περικλής Ασημακόπουλος: «Ο ρόλος μου είναι του μεγάλου αδερφού, που ύστερα από κάποια χρόνια μετανάστευσης στη Γερμανία, επιστρέφει στην πατρίδα, στην καντίνα στην άκρη μια Εθνικής οδού, που κρατάει ο μικρός του αδερφός και που είναι ο μόνος που του έχει απομείνει. Επιστρέφει με ή χωρίς απαντήσεις με μια διαρκή ανησυχία της ταυτότητας και του σκοπού του».

Νεφέλη Παπαδερού: «Υποδύομαι τη Λέλα, το κορίτσι του μικρού αδελφού, του Λόλη. Η Λέλα είναι τυφώνας, με το που εμφανίζεται στη σκηνή, τα σαρώνει όλα γύρω της. Είναι γλωσσού, κουτσομπόλα, πονηρή και τρυφερή ταυτόχρονα. Είναι ένα κορίτσι που θέλει να αλλάξει τη μοίρα της, να ξεφύγει από τη φτώχεια της οικογένειάς της και ψάχνει τρόπους για να το καταφέρει. Για μένα, η Λέλα θα μπορούσε να μην είναι πραγματική, είναι αέρας. Συμβολίζει όλη τη γυναικεία φύση, είναι το κορίτσι, η φίλη, η ερωμένη, η μάνα. Ειδικά το τελευταίο είναι το πιο σημαντικό στοιχείο στο έργο, η συμβολική υπόσταση της μάνας, η μορφή της Λέλας που τους θυμίζει τη μητέρα τους, πως επηρεάζονται τα δύο αδέλφια, πως ξετυλίγεται το κουβάρι της ιστορίας σιγά-σιγά και πως φωτίζονται οι χαρακτήρες τους».

Βασίλης Λιάκος: «Εγώ θα είμαι στη θέση του Λόλη. Πρόκειται για το μικρό παιδί της οικογένειας. Ένα πλάσμα που δεν έφυγε ποτέ από το σπίτι. Ζει για την οικογένεια και κυρίως μέσα από τη μνήμη. Ότι βιώνει στο τώρα είναι όσα θυμάται. Ζει τα πάντα σα τη πρώτη φορά. Γι’ αυτό και δεν εξελίσσεται ούτε νοητικά ούτε συναισθηματικά. Φέρει την ορμή και την αφέλεια ενός παιδιού. Στηρίζεται στον μεγάλο του αδερφό και ζει στην ουσία γι’ αυτόν. Νομίζω πως αυτό που τον χαρακτηρίζει είναι η ανιδιοτελής και δίχως όρια αγάπη».

 

Πώς ήταν η συνεργασία σας με τον σκηνοθέτη της παράστασης Σταύρο Ράγια;

Βασίλης Λιάκος: «Ήταν ωραία συγκυρία που αυτό το κείμενο οδήγησε στη συνάντησή μας με το Σταύρο. Είχε κάτι πολύ συγκεκριμένο στο μυαλό του και με την εμπειρία του ως ηθοποιός βοήθησε στο να φτάσουμε στον επιθυμητό στόχο και στο όραμά του όσο γίνεται πιο ήρεμα και δημιουργικά».

Νεφέλη Παπαδερού: «Όταν με προσέγγισε για να μου μιλήσει για το έργο, είδα ένα νέο σκηνοθέτη με συγκεκριμένο όραμα, πάθος και αγάπη για αυτό το εγχείρημα. Το διάστημα των προβών κύλησε ήρεμα και δημιουργικά και η συνεργασία μας ήταν πολύ καλή».

Περικλής Ασημακόπουλος: «Η συνεργασία μας με τον σκηνοθέτη Σταύρο Ράγια ήταν πολύ αρμονική, κάτι στο οποίο συνέβαλε και η εμπειρία του Σταύρου ως ηθοποιός».

 

 

Θα θέλατε να μας περιγράψετε μια δυνατή σκηνή της παράστασης;

Νεφέλη Παπαδερού: «Δεν θα ήθελα να αποκαλύψω κάποια σκηνή από την παράσταση, νομίζω θα χαθεί η μαγεία αν το κάνω. Θα πω μόνο μια λέξη “Κοιλιά”, μία από τις αγαπημένες μου ενότητες του έργου».

Περικλής Ασημακόπουλος: «Το έργο είναι γεμάτο δυνατές σκηνές, είτε πιο αστείες, είτε πιο συγκηνισιακά φορτισμένες, όπου διαδέχονται με ταχείς ρυθμούς η μία την άλλη, και θα ήταν κρίμα να απομονώσω μια, θα έχανε τη γοητεία του, που τόσο περίτεχνα συνέθεσε ο συγγραφέας Μιχάλης Βιρβιδάκης».

Βασίλης Λιάκος: «Νομίζω το να διαλέξω μια σκηνή είναι σα να αδικώ τις υπόλοιπες. Το έργο είναι γραμμένο με τέτοιο τρόπο που θυμίζει καρδιογράφημα. Έχει συχνά κορυφώσεις και στοιχεία που καθιστούν τις σκηνές εξίσου σημαντικές. Νομίζω σημαντική σκηνή για τον καθένα είναι αυτή που τον πονά περισσότερο».

 

 

 

 

Πληροφορίες παράστασης

«Στην Εθνική με τα Μεγάλα» του Μιχάλη Βιρβιδάκη

Σκηνοθεσία: Σταύρος Ράγιας

Σκηνικά-κοστούμια: Ανδρέας Γεωργιάδης

Μουσική επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παντζόγλου

Φωτισμοί: Απόστολος Τσατσάκος

Βοηθός σκηνοθέτη: Πάνος Μπόρας

 

Παίζουν: Περικλής Ασημακόπουλος, Βασίλης Λιάκος, Νεφέλη Παπαδερού

 

 

Πού: Θέατρο 104, Ευμολπιδών 41, Γκάζι, Αθήνα (μετρό Κεραμεικός), τηλ. 210 3455020

www.104.gr

Πότε:  Δευτέρα και Τρίτη στις 21.15. Έως 28 Μαΐου 2019.

Διάρκεια παράστασης: 80 λεπτά

Εισιτήρια: Γενική είσοδος: 12  ευρώ, Μειωμένο: 8 ευρώ