«Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια» στο θέατρο 104

Άννα Μάσχα: «Ο Μπράντμπερι έχει προβλέψει πολλά πράγματα που συμβαίνουν τώρα»
9 Μαρτίου 2019
«Χοροί μας χωρεί μας» από τον Κώστα Τσιούκα
13 Μαρτίου 2019

Η Άλκηστις Νικολαϊδη στην παράσταση του έργου «Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια». (Φωτογραφίες: Χριστίνα Φυλακτοπούλου).

Sharing is caring!

 

Συνέντευξη: Μαριλένα Θεοδωράκου

 

 

Δύο γυναίκες αφηγούνται επί σκηνής κοινές μνήμες και παραλλαγές των αναμνήσεών τους, ανάμεσα σε διαφορετικά στοιχεία καταγραφής, ανάμεσα σε μονολόγους που επαναλαμβάνονται, συνδιαλέγονται και σπάνε,  διατυπώνοντας μια κοινή αφήγηση γύρω από την ταυτότητα, το παρελθόν, την μνήμη και την κατασκευή της.  Η Άλκηστις Νικολαϊδη  μιλάει για την παράσταση του έργου «Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια» που ανεβαίνει στο θέατρο 104, σε σκηνοθεσία Νικόλ Δημητρακοπούλου. Η ηθοποιός ερμηνεύει το κορίτσι Α, τη μια από τις δύο διαφορετικές εκδοχές της Χλόης.

 

«Η υποκριτική ήρθε στη ζωή μου σε μία φάση που δεν ήμουν ευτυχισμένη στην προηγούμενη καριέρα μου» λέει η Άλκηστις Νικολαϊδη. «Αποφάσισα να πάρω χρόνο για τον εαυτό μου μέχρι που γράφτηκα σε μία δραματική σχολή γιατί πάντα μου άρεσε το θέατρο. Τότε όλα κούμπωσαν. Οι παραξενιές που αισθανόμουν ότι είχα, ήταν προτερήματα στο χώρο του θεάτρου. Όταν είσαι σε λάθος, για εσένα, περιβάλλον αισθάνεσαι σαν τρελός. Στο θέατρο δεν ήμουν πια ο τρελός του χωριού, ήμασταν όλοι οι τρελοί μαζεμένοι παρέα. Είχα την τύχη στη σχολή Royal Central School of Speech and Drama να έχω καθηγήτρια την Dana Blackstone. Τη θεωρώ δασκάλα μου, από τους ανθρώπους που με εξέλιξαν και με πήγαν παρακάτω στην τέχνη μου. Όταν, λοιπόν, η Dana μου πρότεινε να συνεργαστούμε πάνω στις “Τρεις Αδελφές” του Αντόν Τσέχωφ, συνειδητοποίησα ότι καλύτερη αρχή δεν θα μπορούσε να γίνει. Ξεχωρίζω λοιπόν τη συγκεκριμένη συνεργασία, γιατί εκτός από ότι ήταν η πρώτη μου παράσταση, ήταν με έναν άνθρωπο που θαυμάζω και κάτω από πραγματικά ιδανικές συνθήκες».

 

Το έργο «Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια» του Θωμά Τσαλαπάτη μιλάει για τη μνήμη. Ως ταυτότητα, ως πολιτική και ως απώλεια στη σημερινή εποχή. (Φωτογραφίες: Χριστίνα Φυλακτοπούλου).

 

«Τον Θωμά Τσαλαπάτη, τον συγγραφέα του έργου “Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια”, τον ήξερα και τον θαύμαζα ως ποιητή» συνεχίζει η ηθοποιός. «Προσωπικά τον γνώρισα το καλοκαίρι που μας πέρασε. Όταν μου έστειλαν το κείμενο της παράστασης, ήμουν σίγουρη ότι το είχα ξαναδιαβάσει, ειδικά την αρχή του. Το αρχικό μέρος του έργου είχε δημοσιευτεί στο blog του Θωμά και το είχα διαβάσει τότε. Ενθουσιάστηκα που θα δούλευα πάνω σε ένα κείμενο που με είχε εντυπωσιάσει ήδη. Είχαμε την τύχη να έχουμε τον Θωμά σε αρκετές πρόβες, γεγονός που μας βοήθησε να ξεκλειδώσουμε και να κατανοήσουμε καλύτερα το κείμενο. Στην παράσταση ουσιαστικά υπάρχει ένας άνθρωπος, η Χλόη. Οι δύο γυναίκες που βρισκόμαστε επί σκηνής, είμαστε δύο διαφορετικές εκδοχές της. Εγώ είμαι το κορίτσι Α. Βρίσκομαι σε μία λούπα προσπάθειας ανάκλησης της μνήμης. Χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις μου, κυρίως την αφή, εξερευνώ διάφορες αναμνήσεις ώστε να φτάσω σε μία συγκεκριμένη που βρίσκεται στη ρίζα της μνήμης μου. Αν και φτάνω αρκετά γρήγορα στην πηγή, τελικά φοβάμαι να πιω νερό και αποχωρώ, καταδικάζοντάς με να βιώνω την ίδια διαδικασία συνέχεια. Το έργο μιλάει για τη μνήμη. Ως ταυτότητα, ως πολιτική και ως απώλεια στη σημερινή εποχή. Την εποχή της απόλυτης καταγραφής και αναπαραγωγής. Τι σημαίνει να ξεχνάς σε αυτή την εποχή. Ποιος είναι ο τρόπος που θυμόμαστε, τι ακριβώς θυμόμαστε και πόσο διαφορετική είναι τελικά η ανάμνηση από την πραγματικότητα. Με ποιον τρόπο η μνήμη – και η απώλειά της- συνομιλούν με την ταυτότητα. Για εμένα, αναμφισβήτητα, η πιο δυνατή σκηνή της παράστασης είναι όταν υπάρχει για πρώτη φορά επαφή ανάμεσα στις δύο διαφορετικές εκδοχές της Χλόης. Είναι η πρώτη φορά στην παράσταση που υπάρχει διαλογικό μέρος. Είναι μία ρωγμή γιατί από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, επικρατεί ο φόβος, η αμηχανία αλλά και η γαλήνη. Το γεγονός ότι και εγώ και η σκηνοθέτις και ηθοποιός της παράστασης Νικόλ Δημητρακοπούλου έχουμε σπουδάσει στο Λονδίνο, η Νικόλ στο Goldsmiths και εγώ στη Royal Central School of Speech and Drama, δημιούργησε μία κοινή ομπρέλα που μπορέσαμε κάτω απ’ αυτήν να μιλήσουμε μία κοινή γλώσσα και να κάνουμε μία παράσταση που μας αφορά. Είναι ωραίο να δουλεύεις με ανθρώπους που έχεις ήδη, αρχικά λόγω σχολής, έναν κοινό κώδικα. Είναι ελπιδοφόρο να βλέπεις στις μέρες μας νέους σκηνοθέτες να βουτάνε σε τόσο δύσκολα κείμενα έχοντας όραμα, βάσεις και πιστεύοντας σε ένα θέατρο συνεργασίας».

 

 

 

Πληροφορίες παράστασης

«Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια»

Κείμενο: Θωμάς Τσαλαπάτης

Σκηνοθεσία: Νικόλ Δημητρακοπούλου

Σκηνοθεσία Εικόνας: Κωνσταντίνος Φραγκόπουλος

Φωτιστικός Σχεδιασμός: Νίκος Βλασόπουλος

Σκηνογραφία: Ανδριανός Ζαχαριάς

Επιμέλεια Κίνησης: Χαρά Κότσαλη

Μουσική – Ηχητικός Σχεδιασμός: Μανώλης Μανουσάκης

Φωτογραφίες: Χριστίνα Φυλακτοπούλου

Γραφιστική Επιμέλεια: Θάνος Κερμίτσης

Δημόσιες σχέσεις και επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγγάνη

Διεύθυνση Παραγωγής: Γιάννης Παντελίδης

Παραγωγή: R.M.LIGHT

Ηχογραφημένη φωνή: Λουκία Πιστιόλα

 

Ερμηνεία: Άλκηστις Νικολαϊδη, Νικόλ Δημητρακοπούλου

 

Πού: Θέατρο 104: Ευμολπιδών 41, τηλ. 210 3455020

Πότε: Από Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019 και κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.15

Εισιτήρια: Γενική Είσοδος: 12 ευρώ, Φοιτητικό, ανέργων: 10 ευρώ, Ατέλειες ηθοποιών: 5 ευρώ

Διάρκεια παράστασης: 75 λεπτά

 

Info

Η παράσταση ανέβηκε για πρώτη φορά σε μορφή αναλογίου στο Maison de la Poésie στο Παρίσι σε σκηνοθεσία Laurence Campet και μετάφραση της Clio Mavroeidakos καθώς και στο Φεστιβάλ Αναλόγιο, μέλος του οργανισμού EFA/EFFE (European Festivals Association/ Europe for Festivals- Festivals for Europe), που αποτελεί έναν επιτυχημένο θεσμό που είναι αφιερωμένος στο θέατρο και στη σύγχρονη γραφή, δραματική και σκηνική, και διοργανώθηκε φέτος για 15η συνεχή χρονιά, 21-27 Σεπτεμβρίου 2018.

 

Σκηνοθετικό Σημείωμα

Πρώτος στόχος στον πρώτο σταθμό αυτού του έργου είναι οι λέξεις να βρουν την θέση τους στο χώρο και στο σώμα. Να ξεδιπλώσουν τη διαδρομή της μνήμης για να καταλήξουν σε μια ανάμνηση πιθανώς απωθημένη. Να συνδράμουν οι ηθοποιοί επί σκηνής για να προφέρουν όλες τις λέξεις του συγγραφέα γνωρίζοντας ότι «οι λέξεις δεν σε αφήνουν να θυμηθείς». Προκειμένου να μεταφέρουν τους θεατές –ο καθένας μέσα από τη δική του διαδρομή-στην τελική κατοικία του πυρετού. Στο δικό του δάσος, μια νύχτα με βροχή από στάχτες.

«Μπαίνω στο δάσος για να προστατευτώ. Τα πόδια γυμνά στη λάσπη. Τα πόδια μου σκληρά απ’ όλα τα ξυπόλητα καλοκαίρια, την άμμο, τις πέτρες. Η λάσπη. Και η μυρωδιά του χώματος υγρή πριν βρέξει. Μια βροντή και ύστερα μια δεύτερη και όλος ο ουρανός από πάνω μου να φωτίζει. Σαν… δεν θυμάμαι. Και γύρω όλα να αστράφτουν σαν… δεν θυμάμαι… σαν απότομα φλας, σαν να μας φωτογραφίζουν απότομα. Μα… Μα…  Μια βροντή, δεν θυμάμαι. Οι λέξεις δεν με αφήνουνε να θυμηθώ. Και αν σε ρωτήσουν τι είδα εσύ θα πεις: δέντρα και βράχους, κλαδιά, κλαδιά, κλαδιά.  Και αν σε ρωτήσουν που πήγα εσύ πες τους: στο δάσος, στο δάσος».