«Γιε-χσιέν: Η Σταχτοπούτα από την Κίνα» στο skrow.theater
7 Μαρτίου 2019
«Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια» στο θέατρο 104
12 Μαρτίου 2019

Η Άννα Μάσχα ερμηνεύει το ρόλο του λοχαγού Μπίτι στην παράσταση του έργου «Φαρενάιτ 451» του Ρέι Μπράντμπερι.

 

Συνέντευξη: Μαριλένα Θεοδωράκου

 

Το ηχητικό περιβάλλον που υπογράφει ο Κορνήλιος Σελαμσής, οι οθόνες αφής και τα σκηνικά της Ευαγγελία Θεριανού προϊδεάζουν το κοινό ότι πρόκειται για κάποιο έργο επιστημονικής φαντασίας. Μπήκαμε στο κλίμα της παράστασης τόσο από τα κοστούμια της Κλαιρ Μπρέισγουελ όσο και από τους διαλόγους της πρώτης σκηνής. Βρισκόμαστε στο θέατρο Πόρτα και στην παράσταση του έργου «Φαρενάιτ 451» του Ρέι Μπράντμπερι. Σε μια δυστοπική κοινωνία «πυροτεχνουργοί» λειτουργώντας σαν ένα «Σώμα Κρατικής Ασφάλειας» εντοπίζουν και καίνε όσα βιβλία έχουν σωθεί κρυμμένα από αντιφρονούντες που αρνούνται να συμμορφωθούν στο δόγμα ότι τα βιβλία είναι άχρηστα και βλαβερά. Σήμερα, εν έτη 2019, το μυθιστόρημα που έγραψε ο Μπράντμπερι πριν από 60 και βάλε χρόνια, είναι πιο καίριο από ποτέ. Όχι για το θέμα της καύσης των βιβλίων, αλλά γι’ αυτό της αποβλάκωσης μέσω της τηλεόρασης και των ψυχοφαρμάκων, της παραπληροφόρησης, της στέρησης ελευθερίας σκέψης και πολλών ακόμα θεμάτων που θίγει. Δεν είναι μόνον όσα είδαν και άκουσαν οι θεατές στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Θωμάς Μοσχόπουλος, αλλά κυρίως όσα έλεγαν βγαίνοντας έξω από την αίθουσα, κάπου δύο ώρες μετά. Σε αυτή την παράσταση η Άννα Μάσχα ερμηνεύει τον ρόλο του λογαχού Μπίτι. Η ηθοποιός μιλάει για το έργο, την παράσταση, τη συνεργασία και τη φιλία της με τον σκηνοθέτη που μετράει πάνω από είκοσι χρόνια. By the way, ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται στην θερμοκρασία -της κλίμακας Φαρενάιτ- αυτανάφλεξης του χαρτιού. Ναι, είναι το «Φαρενάιτ 451», το έργο του «πατέρα» της επιστημονικής φαντασίας Ρέι Μπράντμπερι που παίζεται στο θέατρο Πόρτα.

 

 

«Έχει μια μεγάλη διαδρομή, αυτό το έργο. Προσωπικά δεν είχα διαβάσει το βιβλίο είχα όμως δει την ταινία του Φρανσουά Τρυφώ νεαρή και μου είχε κάνει εντύπωση η ταινία, ο τίτλος και το θέμα ότι καίνε τα βιβλία» λέει η ηθοποιός Άννα Μάσχα. «Θεωρούσα πολύ ωραίο τον τίτλο και λίγο κρυπτικό: “Φαρενάιτ 451” τι είναι αυτό τώρα; Δεν είχα ιδέα για τη διασκευή, δεν ήμουν καν σίγουρη για το ποιος το είχε γράψει. Όλοι έλεγαν “Φαρενάιτ 451” του Τρυφώ, λόγω της ταινίας. Δεν είναι όμως του Τρυφώ, το σενάριο και η διασκευή στην ταινία είναι του Τρυφώ, αλλά το έργο είναι του Ρέι Μπράντμπερι. Για τις ανάγκες της παράστασης, μπήκαμε στη φιλολογία όλου αυτού του πράγματος που το θέλει ένα από τα τρία εμβληματικά έργα επιστημονικής φαντασίας ή καλύτερα μελλοντολογικά θρίλερ του 20ου αιώνα, μαζί με το “1984” του Τζορτζ Όργουελ και “Τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο” του Άλντους Χάξλευ. Αυτό το έργο γράφτηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, γύρω το 1952 και ο Μπράντμπερι, πολύ χαρακτηριστικά, λέει σ’ έναν πρόλογό του ότι το έγραψε σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα μέσα σε εννέα μέρες, για τον πολύ απλό λόγο ότι ο καημένος ήταν πολύ φτωχός τότε και αναγκαζόταν να νοικιάζει μια γραφομηχανή από το Πανεπιστήμιο της πόλης που ζούσε για να γράφει, καθώς το σπίτι του ήταν πολύ μικρό, είχε και παιδί και δεν μπορούσε να εργαστεί εκεί. Οπότε αναγκαζόταν και πήγαινε στα υπόγεια του Πανεπιστημίου που νοίκιαζαν με την ώρα γραφομηχανές, και όσο του επέτρεπαν τα σεντς που είχε στο πορτοφόλι του, έπρεπε να γράψει το έργο. Και έτσι το έγραψε πολύ γρήγορα, μέσα σε εννέα μέρες. Σε αυτό το έργο, ο Μπράντμπερι έχει προβλέψει πολλά πράγματα που συμβαίνουν τώρα. Αυτό που για τότε ήταν μέλλον, τώρα είναι παρόν για εμάς. Το ζούμε ήδη. Όλο αυτό με την έκρηξη της τηλεόρασης, με τις οθόνες όπου η ζωή μας είναι μια οθόνη, οι συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες μειονότητες των ανθρώπων και τις ιδεολογίες, η υπερίσχυση της πληροφορίας εις βάρος της πραγματικής γνώσης, η αποβλάκωση του πληθυσμού μέσω κυρίως της τηλεόρασης και άλλων μεθόδων καταστολής, όπως είναι για παράδειγμα οι ψυχιατρικές αγωγές, οι ψυχοθεραπευτικές – φαρμακευτικές αγωγές. Στον κόσμο του Μπράντμπερι, ο κόσμος που ανήκει σε αυτό το σύστημα είναι αποβλακωμένος, είτε μπροστά σε μια οθόνη είτε καταπίνοντας διάφορα χαπάκια. Δηλαδή είχε προβλέψει ότι η κατάθλιψη θα είναι η σύγχρονη αρρώστια, είχε προβλέψει πολλά του σύγχρονου κόσμου».

 

Ο Αλέξανδρος Λογοθέτης και η Άννα Μάσχα. (Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας).

 

«Κατά αρχήν να πούμε ότι ο ρόλος που ερμηνεύω είναι ανδρικός» συνεχίζει η ηθοποιός. «Είναι ο λοχαγός Μπίτι, είναι άνδρας. Απλά σε μια έμπνευση της στιγμής, ο Θωμάς Μοσχόπουλος τον έκανε γυναικείο. Στο μυθιστόρημα ο λοχαγός είναι πιο πολύ ο κακός με την έννοια ότι δεν μαθαίνουμε γιατί κάνει όσα κάνει, γιατί είναι τόσο φανατικός εναντίον των βιβλίων. Υποστηρίζει τη θέση του αλλά δεν μπαίνουμε ποτέ βαθιά στο μυαλό του ή στην προσωπική του ζωή. Και ο θάνατός του είναι ακόμα πιο βίαιος. Στη διασκευή που έκανε ο Μπράντμπερι είκοσι χρόνια αργότερα, το 1979 περίπου, όπως λέει ο ίδιος άκουσε τους ήρωές του να μιλούν για τον εαυτό τους και ο ένας από αυτούς ήταν ο λοχαγός του. Ο λοχαγός, δηλαδή, τον πήρε από το χέρι και τον πήγε στο σπίτι του, του άνοιξε τα μυστικά του, την τεράστια βιβλιοθήκη που κρύβει που είναι παράνομη, του αποκάλυψε το νεανικό του πάθος για τα βιβλία το οποίο γύρισε τούμπα σε μίσος για τα βιβλία, όταν η ζωή του τον υποβάθμισε. Η ζωή του δεν μπόρεσε να συναντήσει αυτές τις προσδοκίες που του είχαν δημιουργήσει το διάβασμα και η σκέψη, τον είχαν κάνει να νομίζει ότι είναι ανώτερος άνθρωπος, αλλά η ζωή του τον υποβάθμισε. Από φανατικός, λοιπόν, λάτρης των βιβλίων και του διαβάσματος έγινε φανατικός πολέμιος των βιβλίων, τόσο που ήθελε να τα καταστρέφει. Σαν να μας μιλάει για μια προδοσία που έγινε στη ζωή του και από τότε καταστρέφει βιβλία. Η φωτιά έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό σαν μέσο καταστροφής. Δεν αφήνει τίποτα. Αφήνει στάχτη στην καλύτερη περίπτωση και αν φυσήξει και ένας αέρας δεν μένει ούτε και αυτή. Δεν μένει τίποτα. Οπότε υπάρχει αυτή η εμμονή με τη φωτιά, αυτό το τίποτα που δεν υπάρχει, με έναν τρόπο η φωτιά το κάνει απτό και πραγματικό. Στην ουσία ο Μπίτι είναι ένας μηδενιστής. Πολύ μηδενιστής. Στο θεατρικό όμως αυτό που παίζουμε στο θέατρο Πόρτα, μπορείς να δεις ότι είναι ένας απογοητευμένος ρομαντικός, ο οποίος έχει γίνει κυνικός και μισάνθρωπος. Τελευταία στιγμή όμως, θυσιάζεται για να σώσει τον Μόνταγκ που ερμηνεύει ο Αλέξανδρος Λογοθέτης. Γιατί ο Μόνταγκ, ο πυροδότης που καίει βιβλία, του μοιάζει. Είναι λίγο περίεργα αυτά που του κάνει κατά τη διάρκεια του έργου, γιατί από τη μια προσπαθεί να τον σώσει και να τον αποτρέψει από το διάβασμα και την φιλαναγνωσία, από την άλλη είναι σαν να του βάζει τον πειρασμό, του λέει διάβασε αυτό το βιβλίο είναι υπέροχο. Όχι όμως, μην το διαβάσεις γιατί αν το διαβάσεις θα σε βάλω μέσα. Είναι λίγο μεφιστοφελικός ο ρόλος του. Είναι ο πειρασμός. Όταν πια στο τέλος δει ότι ο Μόνταγκ δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό και θέλει να μπει σε αυτό τον κόσμο των βιβλίων, τότε προσπαθεί να τον σώσει. Δεν είναι μόνο το διάβασμα και τα βιβλία, είναι η ελευθερία που σου δίνει το διάβασμα, η ελευθερία της σκέψης, η ελευθερία του να κρίνεις μετά από μόνος σου, η ελευθερία της βούλησης περισσότερο από το να είσαι ένας καλός αναγνώστης και να αγαπάς το διάβασμα. Ε, τότε ο λοχαγός δεν μπορεί παρά να τον σώσει και έτσι θυσιάζεται στη θέση του».

 

Η Άννα Μάσχα στο ρόλο του λοχαγού Μπίτι. (Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας).

 

«Υπάρχουν πολλές φράσεις στο έργο, πολύ δυνατές σκηνές και πολλά ωραία πράγματα να ακούσεις και να σε προβληματίσουν. Φράσεις που μου αρέσει και τις λέω και με αγγίζουν πάρα πολύ.  Το έργο δεν είναι μόνον ότι προωθεί την ανάγκη του διαβάσματος. Στην ουσία δεν προωθεί ούτε αυτό, γιατί όταν στο τέλος του έργου φτάνουμε στον άλλο κόσμο, τον περιθωριακό με τους ανθρώπους-βιβλία που ζουν εκτός πόλης και που είναι ο πρώτος πυρήνας μιας αντίστασης σε όλο αυτό. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν το πραγματικό αντικείμενο που είναι ένα βιβλίο, αλλά απομνημονεύουν τα βιβλία και τα περνάνε από στόμα σε στόμα. Άρα το σημαντικό δεν είναι μόνο το διάβασμα και αυτή η μοναχική διαδικασία του διαβάσματος, γιατί είναι μοναχική διαδικασία, είναι αυτό που έχουν μέσα τα βιβλία. Οι διάφορες ιστορίες οι οποίες μπορεί και να είναι αντικρουόμενες, δηλαδή ένας συγγραφέας υποστηρίζει κάτι και σε ένα άλλο του βιβλίο υποστηρίζει κάτι άλλο. Άρα καλείσαι να σκεφτείς για λογαριασμό σου μέσα από όλα αυτά».

 

Η Ξένια Καλογεροπούλου ερμηνεύει μια γυναίκα που αγαπά το διάβασμα και κρύβει βιβλία στο σπίτι της. (Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας).

 

«Με τον Θωμά έχουμε μια μεγάλη ιστορία φιλίας και συνεργασίας πάρα πολλών χρόνων, από το 1997 νομίζω από την παράσταση “Shopping and Fucking”. Μεγάλη διαδρομή. Γνωριζόμαστε πολύ καλά σε καλλιτεχνικό επίπεδο έτσι ώστε δεν χρειαζόμαστε πολύ ώρα για να συνεννοηθούμε. Λέει κάτι και σχεδόν άμεσα το πιάνω και προσπαθώ να το εφαρμόσω. Δεν χρειαζόμαστε πια ούτε λεξικό για να μεταφράσει τι λέει ο ένας στον άλλον, ούτε να γνωριστούμε. Οπότε η συνεννόηση γίνεται πολύ γρήγορα. Για τον συγκεκριμένο ρόλο θεωρώ ότι το πιο βασικό που μου είπε είναι ότι δεν πρέπει να φανερώνω σαν λοχαγός αλλά να κρύβω. Να μην προσπαθήσω να εξηγήσω την ούτως ή άλλως περίεργη και ανεξήγητη συμπεριφορά, ίσα-ίσα να την ενισχύσω με μυστήριο, να μην φανερώσω, αλλά να κρύβω».

 

 

Πληροφορίες παράστασης

«Φαρενάιτ 451» Βασισμένο στο έργο του Ρέι Μπράντμπερι

Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος
Σκηνικά: Ευαγγελία Θεριανού
Κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ
Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής
Φωτισμοί: Σοφία Αλεξιάδου
Επιμέλεια κίνησης: Σοφία Πάσχου
Βοηθός σκηνοθέτη: Ρωμανός Μαρούδης
Βοηθός φωτιστή: Tracey Gibbs
Βοηθός σκηνογράφου: Γεωργία Τσίπουρα
Σχεδιασμός προβολών: Χρυσούλα Κοροβέση, Μάριος Γαμπιεράκης
Κατασκευή κοστουμιών: Olga Evseeva
Σχεδιασμός κομμώσεων: Talkin’ heads

Παίζουν: Αλέξανδρος Λογοθέτης, Άννα Μάσχα, Ευδοκία Ρουμελιώτη, Κίττυ Παϊταζόγλου, Χάρης Τσιτσάκης, Μάνος Γαλανής, Θάνος Λέκκας, Ξένια Καλογεροπούλου

 

Πού: Θέατρο Πόρτα, Μεσογείων 59, Αθήνα, τηλ. 210 7711333, www.porta-theatre.gr

Πότε: από 9 Νοεμβρίου 2018 και κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 21.15, Κυριακή στις 19.30

Διάρκεια παράστασης: 120 λεπτά με διάλειμμα

Εισιτήρια: Κανονικό:  Σάββατο: 17 ευρώ / Παρασκευή & Κυριακή: 15 ευρώ, Φοιτητικό, ΑΜΕΑ, άνω των 65, ομαδικό (άνω των 10 ατόμων): 12 ευρώ, Ανέργων: 8 ευρώ

Η παράσταση παρουσιάστηκε πρώτη φορά στις 8 Ιουνίου 2018 στην Πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.

 

 

Σημείωμα του σκηνοθέτη Θωμά Μοσχόπουλου

Το 1953, εν τω μέσω της Μακαρθικής περιόδου, εμφανίζεται στα αμερικανικά βιβλιοπωλεία ένα βιβλίο που θα αποτελέσει από τα σημαντικότερα δυστοπικά μυθιστορήματα 20ού αιώνα. Πρόκειται για το Φαρενάιτ 451 του Ραίη Μπράντμπουρυ. Ο τίτλος δηλώνει τη θερμοκρασία στην οποία αρχίζει να καίγεται το χαρτί, και αναφέρεται στην πρακτική της «καύσης βιβλίων» που ταυτίζεται, ιστορικά και συμβολικά, με την καταστολή της ελευθερίας σκέψης και λόγου.
Η υπόθεσή του είναι απλή: Σε μια μελλοντική κοινωνία «πυροτεχνουργοί», λειτουργώντας σαν ένα «Σώμα Κρατικής Ασφάλειας», εντοπίζουν και καίνε όσα βιβλία έχουν σωθεί κρυμμένα από αντιφρονούντες που αρνούνται να συμμορφωθούν στο δόγμα ότι τα βιβλία είναι άχρηστα και βλαβερά. Ο βασικός ήρωας του έργου είναι ένα διακεκριμένο στέλεχος αυτού του «σώματος», όμως ερχόμενος σε επαφή με το «μυστικό σύμπαν των βιβλίων» αρχίζει να μαγνητίζεται επικίνδυνα απ’ αυτό. Σιγά-σιγά ανακαλύπτει ότι πίσω από τον κόσμο εικονικής πραγματικότητας, στον οποίο οι συμπολίτες του ζουν εφησυχασμένοι, υπάρχει ένα ολόκληρο δίκτυο που κινείται υπόγεια και σε αντίθετες κατευθύνσεις από τις δικές του επιλογές. Όταν ξυπνήσει η «περιέργειά» του γι’ αυτόν τον κόσμο είναι θέμα χρόνου να γίνει από διώκτης διωκόμενος.
Το 1979 ο ίδιος ο συγγραφέας ξαναγράφει το έργο σε θεατρική μορφή επεμβαίνοντας σημαντικά στο αρχικό περιεχόμενο του κειμένου και δημιουργώντας έτσι τη βάση για ένα πολύ ενδιαφέρον θεατρικό ανέβασμα. Μια πολυφωνική ανάγνωση που ανατριχιάζει με την επικαιρότητα του έργου.

 

 

Info

Ο συγγραφέας του βιβλίου Ρέι Μπράντμπερι και ο εκδότης Ίαν Μπαλαντάιν, πριν γίνει η έκδοση, ήθελαν να δημοσιεύσουν περικοπές του σε περιοδικά, για να το προβάλλουν. Μόνο που κανένας εκδότης περιοδικού δεν δεχόταν: στην Αμερική της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών του γερουσιαστή Μακάρθι τέτοιου είδους βιβλία μπορούσαν να χαρακτηριστούν επιλήψιμα. Βρέθηκε όμως στο Σικάγο ένας νέος εκδότης, ο Χιου Χέφνερ, που ετοιμαζόταν να βγάλει ένα καινούργιο περιοδικό το «Πλεϊμπόι», ο οποίος, δίνοντάς τους 450 δολάρια, δημοσίευσε αποσπάσματα του βιβλίου στα πρώτα τεύχη.