Η Αντιγόνη Σταυροπούλου, η Νόρα και οι «Κούκλες»

«Οι κάτω απ’ τ’ αστέρια» – Μια παράσταση για τον Ζακ
7 Φεβρουαρίου 2019
Ο Γιάννης Σαρακατσάνης και το … «Μυγοφαές»
9 Φεβρουαρίου 2019

Η Αντιγόνη Σταυροπούλου στην παράσταση του έργου «Κούκλες». (Φωτογραφίες: Ελπίδα Ρώτα).

Sharing is caring!

 

Συνέντευξη: Μαριλένα Θεοδωράκου

 

Είναι απόφοιτος του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ρέθυμνο και της Ανώτερης Δραματικής Σχολής Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν. Είναι μέλος του 3ου Studio Συγγραφής Θεατρικού Έργου του Εθνικού Θεάτρου, καθώς και του 1ου Θερινού Μαντείου στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ιωαννίνων. Έχει επίσης, ασχοληθεί με διάφορα είδη θεάτρου ως ηθοποιός και παράλληλα διδάσκει θεατρικό παιχνίδι σε παιδιά και σε ενήλικες. Η Αντιγόνη Σταυροπούλου μιλάει για το ρόλο της και για την παράσταση «Κούκλες» που ανεβαίνει στο Φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά.

 

 

Πώς έγινε η αρχή;

Από τότε που με θυμάμαι, έψαχνα να βρω τρόπο να μοιάζουν οι μέρες μου με παραμύθι. Ήμουν τυχερή, γρήγορα βρήκα όχι ένα, αλλά δύο μονοπάτια. Το ένα, περνά μέσα από σχολεία με μικρά παιδιά. Το άλλο, περνά μέσα από τη θεατρική σκηνή. Έχω κλειδί και για τις δύο πόρτες και απολαμβάνω τις βόλτες μου εκεί. Τελευταία μου λείπουν τα παιδιά. Ψάχνω τον τρόπο να χωρέσουν και οι δύο δρόμοι στην καθημερινότητά μου. Και ως δασκάλα και ως ηθοποιός, νιώθω γεμάτη και χαρούμενη. Αν υπάρχουν και τα δύο, νιώθω ολόκληρη.

 

Θα θέλατε να μας πείτε και για τη συγγραφική σας ιδιότητα;

Μου αρέσει να φαντάζομαι ήρωες και κόσμους, από πάντα. Περισσότερο απολαμβάνω να γράφω, παρά να μιλώ. Το πρώτο ολοκληρωμένο μου κείμενο, με κεντρικό ήρωα ένα μικρό ψαράκι, μοιράστηκε ανώνυμα στο λύκειο ένα βράδυ, σε ένα περιβάλλον όπου ήθελα πολλά να πω μα δεν έβρισκα τρόπο. Το επόμενο πρωί, το ψαράκι έγινε στάχτη στα χέρια των συμμαθητών μου. Συνέχισα να γράφω παραμύθια με κεντρικό ήρωα το ίδιο μικρό ψάρι που είχε πια αγαπηθεί από τα παιδιά στα σχολεία όπου δίδασκα. Μπαίνοντας αργότερα στο χώρο του θεάτρου, άρχισα να γράφω θεατρικά έργα και κάπως έτσι βρέθηκε φέτος στη σκηνή, ένα πολύ προσωπικό μου έργο με τον τίτλο «κύριος και κυρία Λοτ». Μου αρέσει να περνώ χρόνο γράφοντας μικρά ποιητικά διηγήματα και να ανακαλύπτω νέους κόσμους της γραφής. Έτσι, γεμίζει η μέρα μου με ό,τι έχω ανάγκη. Με ηρεμία.

 

Ποια ήταν η πρώτη σας επαφή με το «Κουκλόσπιτο» του Ίψεν;

Το διάβασα πρώτη φορά πριν δέκα χρόνια και θυμάμαι να σκέφτομαι πως αυτή η γυναίκα (η Νόρα) μοιάζει να έχει τεράστια φτερά και δεν ξέρει να πετάει. Όταν το διάβασα ξανά το καλοκαίρι, κλείνοντας το βιβλίο πέρασα ώρες να σκέφτομαι τη Νόρα στο μετά της. Μόνο στον ουρανό μπορούσα να τη φανταστώ, με όποιον τρόπο. Αργότερα, όποιο κείμενο κι αν έπεφτε στα χέρια μου, συνδεόταν κάπως μαγικά με το «Κουκλόσπιτο». Όταν άρχισαν οι πρόβες για τις «Κούκλες», όλο και περισσότερα σημεία ταύτισης έβρισκα ανάμεσα στις σχέσεις του τότε και σε αυτές του σήμερα, σε εκείνη τη Νόρα και σε εμένα, σε εμάς.

 

 

Κατά τη γνώμη σας ποια είναι τα θέματα που πραγματεύεται το έργο του Νορβηγού συγγραφέα;

Στο έργο βλέπω μία ανέλπιδη προσπάθεια να ενωθούν δυο κόσμοι, ξένοι μεταξύ τους, και συνεχείς αποτυχημένες απόπειρες κοινής ζωής. Εγκλωβισμένη σε ένα σπίτι δίχως παράθυρο διαφυγής, σε μία ευτυχία πλαστική, η ηρωίδα ψάχνει τρόπο να ανοίξει τα φτερά της, να πετάξει. Δυστυχώς, σε τούτο το Κουκλόσπιτο, δεν τα αντέχουν τα πουλιά.

 

 

Πώς έχει γίνει η μεταφορά του στο Φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά; Πώς θα δούμε τις δέκα γυναίκες – κούκλες;

Το Φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, μοιάζει στ’ αλήθεια με Κουκλόσπιτο. Το ψηλό ταβάνι του, μας κάνει να μοιάζουμε μικρές και Κούκλες, μα σε ηλικία που θα μπορούσαμε να έχουμε παιδιά, να είμαστε η Νόρα. Παιδιά δεν έχουμε. Άνδρα έχουμε, επί σκηνής, τον άνδρα μας, τον σκηνοθέτη και χειραγωγό μας. Άνθρωποι μπαινοβγαίνουν συνεχώς, μας κρίνουν ως εκθέματα και μας χειροκροτούν, κάποιοι μας συμπαθούν και κάποιοι άλλοι όχι. Όπως συμβαίνει και στη Νόρα. Κάποιες φορές, εκείνη, τραγουδά κι άλλες φορές χορεύει. Άλλες φορές μιλά γλυκά και άλλες ουρλιάζει, μέσα κι έξω. Κάθε πλευρά της και στιγμή της, ζει σε κάθε μια από εμάς. Τα παράθυρα είναι κλειστά και πόρτα δεν υπάρχει. Τα όρια της Κούκλας μας, τα ανακαλύπτουμε κάθε φορά από την αρχή, μαζί.

 

 

Γιατί Κούκλες; Τι σημαίνει ο τίτλος της παράστασης;

Κούκλες. Γυναίκες από πορσελάνη. Στολίδια σε ένα σπίτι. Δεν ζητούν, δεν φεύγουν. Μονάχα αν τις μετακινήσει κάποιος. Χρειάζονται ένα χέρι δυνατότερο απ’ το δικό τους για να μετακινηθούν. Έναν γίγαντα. Ένα παιδί. Έναν Θεό. Τον άνδρα τους. Ή έναν σεισμό να σπάσουν. Και ίσως μέσα τους να ανασαίνει μια πραγματική γυναίκα.

 

Πώς ήταν η συνεργασία σας με τον σκηνοθέτη Νικόλα Ανδρουλάκη και τις υπόλοιπες εννέα γυναίκες ηθοποιούς;

Με τον Νικόλα δημιουργούμε μία καλλιτεχνική συμμορία, ένα δικό μας σύμπαν με το όνομα Ντουέντε. Έναν πλανήτη έμπνευσης και φαντασίας. Μέσα σε όλο αυτό, εγώ εκπλήσσομαι συνεχώς, δοκιμάζω εμένα και μαθαίνω τα όριά μου. Στις «Κούκλες», είναι η πρώτη φορά που ως Ντουέντε συνυπάρχουμε με τόσους πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους. Η συνάντηση αυτή έχει προκαλέσει μεγάλες μετατοπίσεις σε όλους μας και διευρύνει ορίζοντες στα σίγουρα πολύ. Η εμπειρία αυτή αισθάνομαι πως με έχει ωριμάσει τόσο καλλιτεχνικά όσο και προσωπικά.

 

Ποιος είναι ο δικός σας ρόλος;

Είμαι μία Κούκλα με το όνομα Νόρα, Λώρα, Δώρα, Χώρα, Μπόρα. Τώρα. Οι φίλοι με φωνάζουν Αύρα και είμαι Διάφανη. Μοιάζω με παιδί και με γιαγιά, μα στην πραγματικότητα είμαι ένα πουλί δίχως φτερά. Μοναδικό βιογραφικό μου, οι 222 αποτυχημένες απόπειρες κοινής ζωής με τον άνδρα μου. Χόμπι μου, οι φανταστικές ελεύθερες πτήσεις. Δεν παραιτούμαι εύκολα, πεθαίνω κι ανασταίνομαι, ανασαίνω βαριά και αγαπώ βαθιά κι αιώνια.

 

Ποια είναι η φράση –κλειδί της παράστασης;

Είμαι 140 ετών και το μακιγιάζ αρχίζει να φεύγει.

 

Τι ετοιμάζετε μόλις κλείσουν τον κύκλο τους οι «Κούκλες»;

Τελειώνοντας με τις «Κούκλες», ξεκινάμε εντατικές πρόβες για τ «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.» της Λένας Κιτσοπούλου που θα ανέβει για μία μόνο φορά, ξανά, στο Bios, για μία μόνο παράσταση ζωής ή θανάτου που διαρκεί μία ντουζίνα ώρες, από τις 12 το μεσημέρι ως τις 12 το βράδυ, στις 12 Μαΐου. Λίγο μετά και για πολύ λίγο, από τις 12 μέχρι τις 16 Ιουνίου, θα ξαναζήσουν «O κύριος και η κυρία Λοτ», στο Faust. Όλα αυτά και όσα θα ‘ρθουν, είναι στα πλαίσια της καλλιτεχνικής συμμορίας Ντουέντε. Να είμαστε καλά να έρθουν κι άλλοι ήρωες, να ζήσουνε κι αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα μαζί τους.

 

 

 

Πληροφορίες παράστασης

«Κούκλες» Βασισμένο στο Κουκλόσπιτο του Χένρικ Ίψεν

 

Δραματουργική επεξεργασία-σκηνοθεσία: Νικόλας Ανδρουλάκης

Σύμβουλος δραματουργίας: Aλκίνοος Δωρής

Κοστούμια: Ελένη Καββάδα

Σκηνικά: Δημήτρης Κωνσταντάρας

Φωτισμοί – βίντεο: Αντώνης Κουνέλλας

Χορογράφος: Έμιλυ Νικόλα

Μουσική επιμέλεια: Νόρα Χέλμερ

Ερμηνεύει η σοπράνο Ζαϊρα Νικολακοπούλου

Βοηθοί σκηνοθέτη: Εύη Δόβελου, Γιάννης Αξιώτης

Φωτογραφίες: Ελπίδα Ρώτα

 

Παίζουν: Ιώβη Φραγκάτου, Έλενα Μεγγρέλη, Αντιγόνη Σταυροπούλου,  Αγγέλικα Σταυροπούλου, Αναστασία Παντούση, Ναταλία Δήμου, Εύη Δόβελου, Έμιλυ Νικόλα, Ζαϊρα Νικολακοπούλου και η Κατερίνα Μισιχρόνη, σε έναν ρόλο έκπληξη

 

 

Πού: Δημοτικό Θέατρο Πειραιά – Φουαγιέ, Ηρώων Πολυτεχνείου 32, Πειραιάς, τηλ. 210 4143310

Πότε: Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00. Έως 12/2/2019

Εισιτήριο: Γενική είσοδος 15 ευρώ, μειωμένο 12 ευρώ

Διάρκεια παράστασης: 110 λεπτά

 

Info

Ένα κουκλόσπιτο. Δέκα γυναίκες. Ένας χορός κέρινων ομοιωμάτων. Ή αμαζόνων σε εγρήγορση. Όλες νεαρές. Όλες αλαβάστρινες. Όλες κούκλες. Κι όλες τους είναι μητέρες. Κόρες. Σύζυγοι. Αδελφές. Φίλες. Ερωμένες. Ξένες. Μαριονέτες κι επαναστάτριες. Σε ένα ταμπλό βιβάν γυναικείας χειραφέτησης. Μια στρατιά υπεραιωνόβιες Νόρες βγαίνουν από το κεχριμπάρι τους, εξερευνούν η μία την άλλη κι όλες μαζί χειραγωγούνται από τον δημιουργό τους.

Ακριβώς 140 χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση του Κουκλόσπιτου του Χένρικ Ίψεν, το έργο που τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα των κοινωνικών δεδομένων αιώνων, για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, αναθεωρείται από την ίδια την ηρωίδα του. Και τα πολλαπλά καθρεφτίσματά της, στη γυναίκα του 21ου αιώνα.  Και μετατρέπεται σε συγκρουσιακό συλλογικό αφήγημα –αφορμή για την προσωπική ρωγμή κάθε Κούκλας. Κι η Νόρα πέθανε.  Κι η Νόρα δεν υπήρξε ποτέ. Και ζήτω η Νόρα.

Με ένα ensemble γυναικών να συνθέτουν –ως χορός που μεταλλάσσεται- όλους τους ήρωες του έργου, συνομιλώντας ταυτόχρονα –σαν σε παράβαση- με έργα ορόσημα που σμίλεψαν ηρωίδες εμβληματικές. Κάθε Νόρα αυτού του μουσείου κέρινων ομοιωμάτων κουβαλά τριπλή ταυτότητα. Μια φανερή, μια κρυφή και μία που δεν έχει ανακαλύψει ακόμα. Σε έναν οίστρο του συλλογικού ασυνείδητου της σύγχρονης γυναίκας. Με το κορμί μιας νεαρής χορεύτριας και τη φωνή μιας νεαρής σοπράνο ν’ αντανακλούν όσα μένουν από ένα κουκλόσπιτο σε ένα παιδί.

Ο Νικόλας Ανδρουλάκης, στα πλαίσια συνεργασίας της νέας καλλιτεχνικής συμμορίας Ντουέντε, μεταγράφει το έργο και σκηνοθετεί μία παράσταση συνόλου, απ’ άκρη σ’ άκρη στο εμβληματικό Φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά. Για πρώτη φορά. Σε μια κυβιστική αποτύπωση της πραγματικότητας. Ως είναι.