Η Μαρία Μαγκανάρη σκηνοθετεί τον «Θείο Βάνια»

O Θοδωρής Γκόνης σκηνοθετεί τη «Βιογραφία του Πατρογονικού»
10 Ιανουαρίου 2019
Ο Σταύρος Τσιτσόπουλος και η «Σκαλωσιά»
16 Ιανουαρίου 2019
O Θοδωρής Γκόνης σκηνοθετεί τη «Βιογραφία του Πατρογονικού»
10 Ιανουαρίου 2019
Ο Σταύρος Τσιτσόπουλος και η «Σκαλωσιά»
16 Ιανουαρίου 2019

Συνέντευξη: Μαριλένα Θεοδωράκου

 

Με ένα δυνατό καστ ηθοποιών, η Μαρία Μαγκανάρη σκηνοθετεί τον «Θείο Βάνια» του Αντόν Τσέχωφ, που ανεβαίνει στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων. Οι Ανθή Ευστρατιάδου, Σύρμω Κεκέ, Κώστας Κουτσολέλος, Υβόννη Μαλτέζου, Δημήτρης Ντάσκας, Γιωργής Τσαμπουράκης, Παναγιώτης Καλαντζόπουλος και η ίδια η σκηνοθέτις, ερμηνεύουν τους οκτώ ήρωες που έπλασε ο Ρώσος θεατρικός συγγραφέας, οι οποίοι προσπαθούν να καταλάβουν τους εαυτούς τους και επαναλαμβάνουν συνεχώς τα παράπονά τους. Όλα τα πρόσωπα του έργου κουβαλούν ένα βάρος. Ο Νίτσε λέει πως δε γίνεται να υποφέρουμε χωρίς να κάνουμε κάποιον να πληρώσει γι’ αυτό. Τι τον κάνουν, όλον αυτόν τον πόνο, οι ήρωες του θείου Βάνια; Η σκηνοθέτις της παράστασης μιλάει για τους ρόλους του έργου, που παρά τον τίτλο του, τελικά είναι όλοι πρωταγωνιστές.

 

«Το καθετί έχει τη στιγμή του και επειδή πρόκειται για ένα πολυπρόσωπο έργο με οκτώ ηθοποιούς, είναι σίγουρο ότι δεν είναι εύκολο να το κάνει κανείς ως τελείως ανεξάρτητη παραγωγή» λέει η Μαρία Μαγκανάρη. «Ήταν ευτυχής η συγκυρία ότι υπήρχαν οι θεατρικές επιχορηγήσεις από το Υπουργείο Πολιτισμού, που δεν είναι τεράστιες, αλλά τουλάχιστον αποτελούν μια βάση για να μπορέσεις να ξεκινήσεις. Αλλιώς, περιορίζεσαι σε παραγωγές με δύο και τρία πρόσωπα, που πολλές φορές είναι και αντικαλλιτεχνικό να επιλέγεις έργα, βάσει αυτού του κριτηρίου. Οπότε με πολύ κόπο και πολύ αγάπη, προσπαθήσαμε να ανεβάσουμε αυτή την δύσκολη παραγωγή που καθώς έχει πολλά πρόσωπα, έχει και απαιτήσεις. Πρόκειται για ένα πολύ αγαπημένο μου έργο, που ήθελα από παλιά να το κάνω. Την περίοδο που σπούδαζα στη Δραματική Σχολή Βεάκη, είχα δει την ταινία του Κοντσαλόφσκι, τον “Θείο Βάνια”, και μου είχε αρέσει πολύ ο Σμοκτουνόφσκι, ως Βάνιας. Μου είχε αποτυπωθεί, δηλαδή, αυτή η μορφή και γενικότερα αυτή η συνθήκη που έχει το έργο και που είναι χαρακτηριστική στον Τσέχωφ: ότι τα πρόσωπα ενώ την ίδια στιγμή είναι πολύ συγκινητικά και περνάνε το ζόρι τους, ταυτόχρονα γίνονται και πολύ αστεία. Αυτό το στοιχείο, θεωρώ ότι το έχει η παράστασή μας και ήταν αυτό που με ενδιέφερε πολύ στο συγκεκριμένο έργο. Είναι ένα έργο που μου μιλάει βαθιά, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έργο του Τσέχωφ, ίσως».

 

Ο Κώστας Κουτσολέλος και η Ανθή Ευστρατιάδου. (Φωτογραφίες: Μαρία Γοζαδίνου).

 

«Ο Κώστας Κουτσολέλος ερμηνεύει τον θείο Βάνια. Το πολύ ενδιαφέρον με αυτό το έργο είναι ότι, στην πραγματικότητα, δεν είναι πολύ καθαρό ότι υπάρχει μόνο ένας πρωταγωνιστής, ένας ήρωας, δηλαδή, που ζει ένα μεγάλο δράμα και όλοι οι υπόλοιποι τον πλαισιώνουν» συνεχίζει η σκηνοθέτις. «Εδώ, παρότι ότι ο τίτλος είναι ο Θείος Βάνιας και σαφέστατα χαρακτηρίζεται ως πρωταγωνιστής ο θείος Βάνιας, ωστόσο και τα υπόλοιπα πρόσωπα δεν είναι καθόλου διακοσμητικά. Είναι σαν να υπάρχουν πολλοί πρωταγωνιστές. Είναι πολύ αστείο αν σκεφτεί κανείς ότι ο θείος Βάνιας, είναι ο θείος της Σόνιας και είναι σαν και η Σόνια να μπαίνει στον τίτλο, σαν να βλέπουμε τον τίτλο από την οπτική γωνία της Σόνιας. Το ίδιο το πρόσωπο αυτό, έχει ένα φοβερό ενδιαφέρον, είναι ένα πρόσωπο που έχει κάνει μια θυσία, όπως θεωρεί ο ίδιος, μια απόλυτη αφοσίωση στον άνδρα της μικρής αδελφής του, ο οποίος είναι ένας καθηγητής Πανεπιστημίου, διάσημος και σπουδαίος. Τελικά, αυτό που έχει εισπράξει από αυτή τη θυσία, είναι περιφρόνηση. Όταν δηλαδή ο καθηγητής Σερεμπριακώφ, μετά τη συνταξιοδότησή του, επιστρέφει στο κτήμα της πρώην γυναίκας του και αδελφής του Βάνια (η οποία έχει πεθάνει), μαζί με Ελένα, την όμορφη νεότερη σύζυγό του. Σε αυτό το σπίτι με τα πολλά δωμάτια, ζει ο Βάνιας, η μητέρα του και η κόρη του καθηγητή και ανιψιά του Βάνια, η Σόνια. Άρα, εκεί αυτό το στοιχείο είναι που φέρνει τούμπα τα πράγματα που ίσχυαν μέχρι τότε και από εκεί ξεκινάει το έργο. Ο Βάνιας επιπλέον, έχει ίσως σαν άλλοθι, έχει χρησιμοποιήσει αυτή τη στάση της ζωής του, αυτή τη θυσία όπως τη λέει, για να μείνει ο ίδιος προσκολλημένος σε μια μη καθαρά ενήλικη κατάσταση, θα έλεγα. Ζει με τη μάνα του και παρά τα 47 του χρόνια, δεν έχει δημιουργήσει δική του οικογένεια και αναλώνεται, όπως και όλα τα πρόσωπα του έργου, σε ένα διαρκές παράπονο, σε μια γκρίνια για τη ζωή του. Ο Βάνιας έχει αυτή την τραγικότητα, είναι ένα πρόσωπο που λέει ότι “εγώ θα μπορούσα να είχα γίνει κάτι”. Είναι ένας έξυπνος άνθρωπος, που λόγω των συνθηκών και λόγω της δικής του ατολμίας, ενδεχομένως, μένει σε μια κατάσταση που είναι παραδίπλα από τη ζωή. Δεν πετυχαίνει αυτό που θέλει και δεν ξέρουμε αν θέλει τελικά τόσο πολύ».

 

Η Σύρμω Κεκέ και η Ανθή Ευστρατιάδου. (Φωτογραφίες: Μαρία Γοζαδίνου).

 

«Όλα τα πρόσωπα είναι σαν να προσπαθούν μέσα στο έργο να καταλάβουν τους εαυτούς τους. Επαναλαμβάνουν εμμονικά, τα θέματα που έχει ο καθένας. Οι σχέσεις, μέσα στο έργο, είναι δυσλειτουργικές. Είναι λίγες οι φορές που πραγματικά υπάρχει επικοινωνία ανάμεσα στα πρόσωπα. Τις περισσότερες φορές κάποιοι θέλουν να μιλήσουν, αδιαφορώντας ποιος τους ακούει και αν θέλει να τους ακούσει. Αυτό το δίκτυο των σχέσεων που είναι δυσλειτουργικές, αλλά μας είναι τόσο αναγνωρίσιμο και στις δικές μας οικογένειες, νομίζω είναι κάτι που μπορεί κανείς να το καταλάβει. Και είναι από τα πράγματα που προσπαθεί να φωτίσει η παράσταση. Έχουμε εστιάσει στο πότε τα πρόσωπα μιλάνε για να επικοινωνήσουν και στο πότε μιλάνε για να εκτονωθούν. Έχουμε δηλαδή, προσπαθήσει να διαχωρίσουμε αυτές τις ποιότητες στην επικοινωνία των ηθοποιών και των προσώπων επί σκηνής. Αυτό είναι το ένα χαρακτηριστικό της παράστασης. Επίσης, εκεί που νομίζεις ότι είσαι μέσα σε έναν ρεαλισμό, καταλαβαίνεις ότι ο ίδιος ο Τσέχωφ το υποσκάπτει ακριβώς με αυτές τις εμμονικές επαναλήψεις και κάποιους μονολόγους που έρχονται από εκεί που δεν το περιμένεις, με κάποιες παύσεις, που επίσης θέλει μια δουλειά για να καταλάβεις ποιος είναι ο ρυθμός και γιατί προκύπτει μια παύση τη συγκεκριμένη στιγμή και τι καταλαβαίνεις για το πρόσωπο που την κάνει. Δουλεύοντας αυτό το έργο, καταλαβαίνεις πολύ γρήγορα ότι δεν οδηγείται στο νατουραλισμό, τουλάχιστον έτσι το έχουμε καταλάβει εμείς, αλλά είναι σαν να πυροδοτεί τον ρεαλισμό και να φτιάχνει έναν χώρο πιο ποιητικό. Το έργο, αναπτύσσεται και κάπως μουσικά και ποιητικά, το οποίο αυτόματα υποσκάπτει το ρεαλισμό. Το στοιχείο της επικοινωνίας και η εκτόνωση των ηθοποιών και το στοιχείο πως δεν πάμε σε ένα νατουραλισμό, αλλά σε μια κατάσταση πιο ποιητική που μας αποκαλύπτει τι γίνεται στις ψυχές των προσώπων. Αυτοί είναι οι δύο άξονες, θα έλεγα, που προσπαθήσαμε να φωτίσουμε, σκηνοθετικά τουλάχιστον, στην παράσταση».

 

Ο Παναγιώτης Καλαντζόπουλος και η Ανθή Ευστρατιάδου. (Φωτογραφίες: Μαρία Γοζαδίνου).

 

«Ο Παναγιώτης Καλαντζόπουλος παίζει ως ηθοποιός στην παράσταση, που θεωρητικά, ως μουσικός ακούγεται κάπως απροσδόκητο. Η όλη ιδέα εξαρχής είχε να κάνει με το ότι ο καθηγητής Σερεμπριακώφ, επιστρέφει σε αυτό το κτήμα, στην ύπαιθρο, αν και είναι ένας άνθρωπος κοσμοπολίτης, μαθημένος να ζει στις μεγάλες πόλεις και σε τελείως διαφορετικά περιβάλλοντα ανθρώπων. Περιφρονεί πολύ βαθιά, όλο αυτό το κομμάτι που συναντά εκεί και τους ανθρώπους, οπότε, δεν κάνει καμία ουσιαστική προσπάθεια να επικοινωνήσει μαζί τους. Ο  ίδιος λέει ότι νιώθει αποξενωμένος, σαν να τον έριξαν σε άλλον πλανήτη. Οπότε ήδη, η σκηνοθεσία έχει διαχωρίσει αυτό το πρόσωπο και σκηνογραφικά ακόμα, από τα υπόλοιπα. Αυτός ο άνθρωπος, δεν θα συνδεθεί ποτέ με τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου. Από πολύ νωρίς, λοιπόν, μου είχε δημιουργηθεί η ιδέα, του να πειραματιστούμε να μην είναι ηθοποιός, αυτός που θα ερμηνεύσει το ρόλο του Σερεμπριακώφ και να δούμε πως συνδέεται με τον κόσμο των ηθοποιών. Η μουσική παίζει πολύ σημαντικό ρόλο και κάπως συναντήθηκε η μουσική του Παναγιώτη με τις ιδέες που είχα, σε σχέση με το έργο. Επιπλέον, είναι ένας καλλιτέχνης, είναι ένας μουσικός, οπότε μπορεί να συνδεθεί και με πολλούς τρόπους. Ο Παναγιώτης, καταλαβαίνει πολύ καλά το κομμάτι του ρυθμού που υπάρχει στον Τσέχωφ, και νομίζω ότι είναι ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία της παράστασης».

 

Ο Γιωργής Τσαμπουράκης και η Ανθή Ευστρατιάδου.(Φωτογραφίες: Μαρία Γοζαδίνου).

 

«Ο Γιωργής Τσαμπουράκης, ερμηνεύει τον γιατρό Άστρωφ, που είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει τα δάση, πολύ προχωρημένος για την εποχή του. Αυτά που λέει είναι απίστευτα προφητικά, σήμερα πια, που ζούμε στο σημείο που έχει περιέλθει η γη. Νομίζω είναι μαγικό αυτό που έχει πει ο Τσέχωφ, μέσω αυτού του ήρωα, τόσα χρόνια πριν. Την ίδια στιγμή, επειδή ακριβώς ο Τσέχωφ δεν εξιδανικεύει κανένα ήρωα, αυτόν τον ιδεαλιστή, τον γιατρό που σώζει ζωές μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες, τον φορτώνει με την εξάρτησή του από το ποτό και με έναν κυνισμό, που τον κάνει σχεδόν μισάνθρωπο. Ο ίδιος λέει δεν αγαπώ κανέναν. Είναι ένας άνθρωπος που για άλλους λόγους από τον Βάνια, θα μείνει και αυτός μόνος του. Ο Βάνιας θα μείνει μόνος του, ίσως, από υπερβολικό συναίσθημα, ο Άστρωφ θα μείνει από την έλλειψη του. Τη Σόνια, την ανιψιά του Βάνια και κόρη του καθηγητή Σερεμπριακώφ, ερμηνεύει η Σύρμω Κεκέ. Η Σόνια, είναι ένα πρόσωπο πολύ αγαπημένο στον Τσέχωφ, θεωρώ ότι την αγαπάει πολύ αυτή την ηρωίδα. Και αυτή, μάλλον, αναγκάστηκε να ωριμάσει πολύ γρήγορα, χάνοντας τη μητέρα της και στερούμενη τον πατέρα της, ο οποίος ξαναπαντρεύτηκε την πολύ νεότερη δεύτερη γυναίκα του. Είναι ένα πρόσωπο το οποίο ελπίζει ότι η ζωή της θα αλλάξει, μέσω του έρωτά της προς τον γιατρό, δυστυχώς αυτή η προσδοκία συνθλίβεται, θα μείνει και εκείνη μόνη και μάλιστα φαίνεται και ένα πρόσωπο που θα γεράσει πριν την ώρα του. Αλλά κουβαλάει αυτή τη δύναμη για τη ζωή, να συνεχίσει να ζει. Την Ελένα, την όμορφη νέα σύζυγο του, καθηγητή, ερμηνεύει η Ανθή Ευστατιάδου, που θεωρώ, είναι ένας από τους πιο δύσκολους ρόλους του Τσέχωφ. Δεν μπορείς να την κατατάξεις πουθενά, γιατί την ίδια στιγμή που είναι γοητευτική και είναι μια γυναίκα που εξάπτει τη φαντασία των ανδρών, παράλληλα δεν τους ικανοποιεί, δεν ενδίδει. Άρα, δεν είναι η ρομαντική ηρωίδα που θα καταστραφεί από τον έρωτά της, είναι μια γυναίκα ικανή για το καλύτερο και για το χειρότερο. Ένα πρόσωπο που ο Τσέχωφ, της έχει φορτώσει μαζί με την ομορφιά της, μια παθητικότητα που προφανώς αυτό δεν την εξιδανικεύει, αλλά της δίνει ένα αρνητικό στοιχείο. Αυτό το πρόσωπο, εμένα, μου θυμίζει πολύ τον Tριγκόριν από το “Γλάρο” του Τσέχωφ, ο όποιος με κάποιο τρόπο σαν να ακολουθεί τα συναισθήματα και τη δύναμη των άλλων. Έτσι και η Ελένα, θα συνεχίσει να ζει με τον καθηγητή, ενώ ξέρει ότι αυτό δεν της δίνει χαρά. Την μητέρα του Βάνια, ένα πολύ κομβικό πρόσωπο, ερμηνεύει η Υβόννη Μαλτέζου, που νομίζω είναι ένα δίπολο μαζί με τον Βάνια. Ο Βάνιας δεν θα ήταν έτσι με μια άλλη μητέρα. Ψυχαναλυτικά, μπορούμε να πούμε πολλά για αυτή τη σχέση, για τη μάνα που περιφρονεί το γιο της και τρέφει έναν απίστευτο θαυμασμό στον καθηγητή Σερεμπριακώφ και ενίοτε ευνουχίζει τον γιο της. Είναι επίσης, ο Τελιέγκιν που ερμηνεύει ο Δημήτρης Ντάσκας, ένα χαρακτηριστικό πρόσωπο της χαρμολύπης, στο κλίμα που δημιουργεί στα έργα του ο Τσέχωφ. Ένα πρόσωπο με πολύ μεγάλο συναισθηματικό κόσμο, που την ίδια στιγμή και αυτός γίνεται και αστείος και γραφικός, όπως και η Μαρίνα που είναι η υπηρέτρια, η νταντά που την ερμηνεύω εγώ. Αυτά, είναι τα δύο πρόσωπα που είναι συμφιλιωμένα με τη ζωή τους και με τη ζωή στην ύπαιθρο, αντιπροσωπεύουν τη ρουτίνα της υπαίθρου, θέλουν έναν συγκεκριμένο ρυθμό και δεν θέλουν κανέναν να τους τον χαλάσει».

 

 

Πληροφορίες παράστασης

«Ο θείος Βάνιας» του Άντον Τσέχωφ 

Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη

Σκηνοθεσία: Μαρία Μαγκανάρη

Φωτισμοί, τρέιλερ, φωτογραφίες: Μαρία Γοζαδίνου

Μουσική: Παναγιώτης Καλαντζόπουλος

Σκηνικά: Διδώ Γκόγκου

Κοστούμια: Παύλος Θανόπουλος

Βοηθοί σκηνοθέτη: Ανδριάνα Χαλκίδη, Βασιλική Σκευοφύλαξ

Παίζουν: Ανθή Ευστρατιάδου, Παναγιώτης Καλαντζόπουλος, Σύρμω Κεκέ, Κώστας Κουτσολέλος, Μαρία Μαγκανάρη, Υβόννη Μαλτέζου, Δημήτρης Ντάσκας, Γιωργής Τσαμπουράκης

 

 

Πού:  Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, Κύπρου 91Α και Σικίνου 35Α, Κυψέλη, τηλ. 213 0040496 και 6945 348445, www.polychorosket.gr

Πότε: από 10 Ιανουαρίου μέχρι 3 Φεβρουαρίου 2019, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή στις 21.00

Εισιτήρια: 12 ευρώ και 8  ευρώ (φοιτητικό, άνω 65), 5 ευρώ (κάρτα ανεργίας, ΣΕΗ)

Διάρκεια παράστασης: 90 λεπτά

 

Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.