Μάνος Καρατζογιάννης: «Οφείλω πολλά στον πατέρα μου και στη Λούλα Αναγνωστάκη»

Μαρία Καλλιμάνη: «Οι ηθοποιοί καλούμαστε κάθε φορά να γινόμαστε ευέλικτοι»
7 Δεκεμβρίου 2018
Στέφανος Κακαβούλης: «Έχω μεγάλη αγάπη για την ποίηση»
10 Δεκεμβρίου 2018
Μαρία Καλλιμάνη: «Οι ηθοποιοί καλούμαστε κάθε φορά να γινόμαστε ευέλικτοι»
7 Δεκεμβρίου 2018
Στέφανος Κακαβούλης: «Έχω μεγάλη αγάπη για την ποίηση»
10 Δεκεμβρίου 2018

Ο σκηνοθέτης, ηθοποιός και υπεύθυνος της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Θεάτρου Σταθμός, Μάνος Καρατζογιάννης, σκηνοθετεί την παράσταση του έργου «Ο Ήχος του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη.

Συνέντευξη: Μαριλένα Θεοδωράκου

 

Εδώ και δεκαπέντε χρόνια ασχολείται με τον συγγραφικό κόσμο της Λούλας Αναγνωστάκη. Τυχαία, το πρώτο θεατρικό κείμενο που έπιασε για να δώσει εξετάσεις, ο πρώτος πρωταγωνιστικός του ρόλος, ακόμα και η πρώτη του σκηνοθεσία, ήταν με έργα της Λούλας Αναγνωστάκη. Ο Μάνος Καρατζογιάννης, σκηνοθετεί ένα έργο σπάνιο, όπως λέει ο ίδιος. Τον «Ήχο του όπλου». Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός, μιλάει για τον καλλιτεχνικό προγραμματισμό του θεάτρου Σταθμός που ανέλαβε πριν από δύο χρόνια, για την ετερότητα, την οικολογική καταστροφή, τον σεβασμό στην ατομικότητα, τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, και κυρίως για τη Ελληνίδα θεατρική συγγραφέα που γνώρισε και δίπλα της έμαθε θέατρο.

 

«Πιστεύω ότι οι πολλές ευθύνες και η πιο στενή σχέση με τα υλικά, μπαίνουν εμπόδιο στην ατομικότητα του ανθρώπου. Ποτέ δεν είχα στο μυαλό μου, την καλλιτεχνική ευθύνη ενός θεάτρου και τον προγραμματισμό του. Τα πράγματα τυχαίνουν. Αυτή η ανάγκη στο θέατρο Σταθμός, συνέπεσε με προβλήματα που αντιμετώπιζα ως επαγγελματίας ηθοποιός και σκηνοθέτης. Πήγαινα στους χώρους, είχαν ακριβό ενοίκιο, οι πρόβες ήταν ανάκατες, γιατί γίνονται πολλές δουλειές. Η δική μου μέριμνα έχει να κάνει, από τη μια πλευρά, μ’ ένα κομμάτι που αφορά στο οργανωτικό, να μην υπάρχουν δηλαδή προβλήματα μεταξύ της ομάδας των καλλιτεχνών που δουλεύουν στον εκάστοτε προγραμματισμό και στο πώς αφορά αυτός ο προγραμματισμός, οι θεματικές ενότητες, τα έργα και οι παραστάσεις. Πώς το μήνυμα δηλαδή, είναι πιο στοχευμένο και πιο καθαρό. Φέτος, οι ενότητες είναι πέντε. Η πρώτη, αφορά στον Μάη του 1968. Πενήντα χρόνια μετά, στοχαζόμαστε σχετικά με το τι άφησε ο Μάης, ποιες ιδέες θα μπορούσαν να μας είναι χρήσιμες, ωφέλιμες και γόνιμες σήμερα. Η δεύτερη, το Αρχαίο Δράμα, που είναι μια διαρκής αναζήτηση για εμάς. Τρίτη ενότητα, είναι το βιβλίο, που είναι φέτος η Αθήνα, Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου, τέταρτη είναι το Νεοελληνικό στο οποίο επενδύσαμε πέρυσι και για μένα ισχύει αυτό που έλεγε ο Κάρολος Κουν: “Δεν νοείται νεοελληνικό θέατρο, χωρίς νεοελληνικό έργο”. Και σαφέστατα, πέμπτη ενότητα, η ετερότητα. Κακά τα ψέματα. Τα δύο προβλήματα παγκοσμίως είναι, αφενός η κλιματική αλλαγή και αφετέρου, η άνοδος του φασισμού στην κοινωνία. Το περιβάλλον, είναι κάτι που θα ήθελα να βρεθεί ένας τρόπος να αφορά τον προγραμματισμό του θεάτρου Σταθμός στο μέλλον, ίσως  και την επόμενη χρονιά. Η άνοδος του φασισμού είναι ένα θέμα πολύ μεγάλο. Και όταν μιλάμε για ετερότητα και φασισμό, δεν εννοώ αυτό το στερεοτυπικό ότι σέβομαι το διαφορετικό. Αλλά το ότι σέβομαι τον διαφορετικό τρόπο. Και αυτό, είναι κάτι που εμείς στο θέατρο, οφείλουμε να το μαθαίνουμε. Είναι μια πολύ βασική σύμβαση μέσα στο θέατρο. Ότι δηλαδή, εγώ ακούω τον άλλον πάνω στη σκηνή, την ώρα της παράστασης και αφού ολοκληρώσει τα λόγια του, τότε μιλάω. Υπάρχει μια σύμβαση του ακούειν. Ακούς τον άλλον. Το οποίο είναι πολύ σημαντικό. Επίσης, στις πρόβες, έχουμε διαφορετικούς ρυθμούς και τρόπους, αλλά πρέπει όλοι να συντονιστούμε και να συγκροτιστούμε μόνον σε έναν. Η διαφορετικότητα, δεν έχει να κάνει μόνο με τις κατηγορίες, που αυτομάτως κατηγοριοποιεί τους ανθρώπους από μόνο του, αλλά με την ατομικότητα εν γένει. Πως σέβομαι τον διαφορετικό τρόπο του άλλου και την προσωπική του ιστορία. Έχω ασχοληθεί πολλά χρόνια με αυτό και ως ηθοποιός και αργότερα ως σκηνοθέτης και τώρα με τον καλλιτεχνικό προγραμματισμό. Είναι για μένα ένα από τα βασικά θέματα του σύγχρονου κόσμου, όχι μόνο στην Ελλάδα και θεωρώ ότι αυτή η δημοκρατία που όλοι αναζητούμε και κατά καιρούς συζητάμε, θα έρθει, όχι από τα επαναστατικά τσιτάτα, από αυτά που όλοι καπηλευόμαστε, όσοι κάνουμε χρήση του δημόσιου λόγου, αλλά από τον σεβασμό στην ατομικότητα και στην προσωπική ιστορία του άλλου».

 

 

«Οφείλω στον πατέρα μου, ο οποίος δεν ζει, όσα βιβλία έχω διαβάσει. Θεωρώ ότι τα πράγματα κάπως συμβαίνουν. Δεν πήγα εγώ στα πράγματα, αλλά κάπως με βρήκαν. Τουλάχιστον, έτσι νομίζω εγώ. Οπότε, οφείλω πολλά σε δύο ανθρώπους: ο ένας είναι ο πατέρας μου και ο άλλος είναι η Λούλα Αναγνωστάκη. Τους οφείλω πολλά, στον τρόπο που σκέφτομαι και στον τρόπο που δουλεύω. Η Λούλα Αναγνωστάκη είναι η μάνα του νεοελληνικού έργου. Όταν είδα, με μεγάλη μου λύπη, ότι κανένα από τα θέατρα, ούτε το Εθνικό Θέατρο, ούτε το Θέατρο Τέχνης, ούτε το Κ.Θ.Β.Ε. που η Θεσσαλονίκη είναι και η πατρίδα της Αναγνωστάκη, δεν έχει εντάξει κανένα θεατρικό έργο της, μετά το θάνατό της, στο ρεπερτόριό τους, θεώρησα χρέος μου να ανέβει σε ένα θέατρο, όπως είναι το Σταθμός, ένα έργο της Λούλας Αναγνωστάκη. Ο Κάρολος Κουν, είχε κάνει τα επτά έργα της Λούλας και επανερχόταν συνέχεια σε εκείνη. Γιατί θεωρούσε, ότι είναι μια διεθνής συγγραφέας. Είναι σαν να κάνεις Τσέχωφ. Στο αφιέρωμα του Φεστιβάλ Αθηνών που έγινε το καλοκαίρι, στο οποίο συμμετείχα, κάναμε μια έκθεση-εγκατάσταση που την αγάπησα πολύ, με τίτλο “Δωμάτια Μνήμης. Περιπλάνηση στον κόσμο της Λούλας Αναγνωστάκη”. Πραγματικά, είμαι περήφανος για τους συνεργάτες, τη Δήμητρα Κονδυλάκη, τον Γρηγόρη Ιωαννίδη, τη Λουκία Μάρθα, που δουλέψαμε για την έκθεση αυτή. Ήταν ένα πολύ μεγάλο γεγονός, που άφησε ένα χνάρι. Αλλά δεν είμαι και σίγουρος ότι η Λούλα ήθελε να γίνει αυτή η έκθεση. Ούτε είμαι σίγουρος, ότι ήθελε να γίνει κάποιο Αναλόγιο, όπως έγινε. Το Φεστιβάλ Αθηνών, τίμησε πραγματικά τη Λούλα Αναγνωστάκη και με το μονόπρακτο την “Πόλη”, αλλά από εκεί και πέρα δεν σημαίνει ότι επειδή το έκανε το Φεστιβάλ, δεν χρειάζεται να γίνει κάτι περισσότερο. Για μένα, από εκεί ξεκίνησε και γι’ αυτό και η απόφαση να κάνω τον “Ήχο του Όπλου”, ήρθε αρχές καλοκαιριού, όταν είδα το ρεπερτόριο των θεάτρων, μάθαινα και άκουγα ότι δεν υπάρχει ένα έργο της Αναγνωστάκη, στη φετινή σεζόν».

 

 

«Ότι έχω κάνει στο θέατρο, ήταν πάντα πρώτη φορά με τη Λούλα. Ο πρώτος ρόλος ήταν ο Γιωργάκης στην “Κασέτα”, ο πρώτος πρωταγωνιστικός ρόλος, ήταν στον “Ήχο του Όπλου”. Το πρώτο θεατρικό κείμενο που έπιασα για να δώσω εξετάσεις, ήταν “Η Παρέλαση”, τυχαία όμως. Μετά δεν ήμουν ούτε 20 χρονών, όταν ο δάσκαλός μου, ο Γιώργος Αρμένης, μού πρότεινε να παίξω τον Γιωργάκη στην “Κασέτα”. Και στην πορεία γνώρισα τη Λούλα Αναγνωστάση. Από εκεί και πέρα, τα πράγματα συνέβαιναν. Έγινε “Ο Ήχος του Όπλου”, μετά “Η Παρέλαση” πρώτα στο Αμόρε που δεν έπαιξα τελικά, μετά στο Θέατρο του Νέου Κόσμου που έπαιξα δύο χρόνια, σε σκηνοθεσία Ένκε Φεζολλάρι. Μάλιστα, έπαιζε και η Βασιλική Τρουφάκου που παίζει και τώρα. Μετά, η πρώτη φορά που έκανα σκηνοθεσία στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, έκανα μια σύνθεση όλων των έργων της. Η πρώτη μου σκηνοθεσία ήταν, το “Σ’ εσάς που με ακούτε”, μετά ο “Ουρανός Κατακόκκινος” με τη Νένα Μεντή, ένα βιβλίο που έβγαλα από τις εκδόσεις Σόκκολη για την ίδια και ένα αφιέρωμα που έκανα το 2015 στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννη, για τα πενήντα χρόνια της δραματουργίας της. Τέλος, το διδακτορικό μου, που είναι στην τελική του φάση και αφορά στον “Ουρανό Κατακόκκινο” και “Σ’ εσάς που με ακούτε”. Το κυριότερο όμως, είναι ότι η Αναγνωστάκη είχε πιάσει τόσο καλά τη θεατρική πράξη. Ήξερε τόσο καλά το θέατρο, που μάθαινες δίπλα της θέατρο. Οι αντιφάσεις που έχουν οι χαρακτήρες της, που είναι γνώρισμα των σπουδαίων ηρώων των κλασικών έργων, η γλώσσα που χρησιμοποιούν, η υπαινικτική της δραματουργία, ο ρυθμός των έργων της, το χιούμορ, το σασπένς, η πολιτική διάθεση των έργων της και πως η ίδια ήταν τόσο αυθεντική. Ενώ πήγαινες κοντά της, δεν την διέψευδε τίποτα. Ίσα-ίσα, είχες την ίδια γνώμη όσο όταν ήσουν και μακριά της. Ήταν από τα λίγα άτομα που προσέγγιζες και αισθανόσουν ότι είναι το ίδιο αυθεντικό πρόσωπο. Τόσο δημόσια, όσο και ιδιωτικά. Αυτό, είναι κάτι που στην Ελλάδα, το έχω συναντήσει με πολύ λίγους ανθρώπους».

 

 

«Η Λούλα Αναγνωστάκη τόλμησε να μιλήσει για πράγματα, που δεν τόλμησε να μιλήσει κανένας άλλος δραματουργός. Μιλάει για τη διχόνοια ήδη από το 1978 με τη “Νίκη”, για την οικογενειοκρατία στην “Κασέτα” από το 1982, μιλάει για την παγίδα της οικογενειακής ζωής το 1987 με τον “Ήχο του Όπλου”, για την ετερότητα από το 1965 με την “Παρέλαση”. Για τα πιο σημαντικά δηλαδή, θέματα της δημόσιας ζωής μας, τόλμησε να μιλήσει. Σε μια κοινωνία, όπως η ελληνική, που δεν μιλάνε εύκολα. Η πρώτη της εμφάνιση, με την τριλογία “Η Πόλη”, “Η διανυκτέρευση” και “Η παρέλαση”, χαιρετίστηκε με μεγάλο ενθουσιασμό, για τη νέα αυτή φωνή που γεννιέται. Σίγουρα, η πιο δημοφιλή της εποχή για τον κόσμο, είναι η δεύτερη ενότητα των έργων της, όπου το κύριο θέμα είναι η οικογένεια. Κάτι που αφορά όλον τον κόσμο. Είτε είναι στη Γερμανία όπως στη “Νίκη”, είτε στην ύπαιθρο όπως στην “Κασέτα”, είτε στην πόλη στον “Ήχο του Όπλου”. Δηλαδή, από το 1978 μέχρι το 1987, αυτά τα τρία έργα της αγαπήθηκαν πολύ από τον κόσμο. Αναμφίβολα, ο προφητικός χαρακτήρας των τελευταίων της έργων που σχετίζονται πολύ με τη δημόσια σφαίρα της παγκοσμιοποίησης, (Ουρανός κατακόκκινος, Σ’ εσάς που με ακούτε), μας αφορά και μας προβληματίζει και μας κάνει να σκεφτόμαστε, ότι αυτή η γυναίκα είχε κάτι μεταφυσικό, όπως όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί».

 

 

«Είμαι πολύ χαρούμενος με όλους τους ηθοποιούς της παράστασης, που κάνουμε στο θέατρο Σταθμός. Αυτό που προσπάθησα να μεταδώσω, ειδικά στους νεότερους, είναι αυτά που ο ίδιος έμαθα, όλα αυτά τα δεκαπέντε και πλέον χρόνια από την δραστηριοποίησή μου, σχετικά με τον συγγραφικό κόσμο της Λούλας Αναγνωστάκη. Αλλά και την ίδια τη θεατρική πράξη. Το έργο “Ο Ήχος του όπλου” πραγματεύεται, ουσιαστικά, το χρόνο και την υπαρξιακή αγωνία που γεννάει αυτός. Πως τον χειριζόμαστε και πως αντιμετωπίζουμε όλη αυτή την αγωνία του χρόνου. Και φυσικά ένα μεγάλο δίλημμα, σε σχέση με τον χρόνο και τη φθορά του, είναι η οικογένεια. Πως δηλαδή αντιμετωπίζουμε τα υπαρξιακά αδιέξοδα, μέσα από την οικογένειά μας. Είτε επιλεγούμε να κάνουμε οικογένεια, είτε όχι. Είναι μια παγίδα η οικογενειακή ζωή ή δεν είναι; Τα θέμα λοιπόν είναι ο χρόνος, η υπαρξιακή αγωνία και αυτή η σύγκρουση που δημιουργείται ανάμεσα στην έννοια της ελευθερίας και της οικογένειας. Είτε πρόκειται για τους γονείς, την οικογένεια που ήδη έχουμε, είτε για την οικογένεια που σκεφτόμαστε να κάνουμε. Υπάρχει ο πολιτικός άξονας, και όπως σε όλα τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη, υπάρχει ένα δημόσιο γεγονός που καθορίζει τις ζωές των ηρώων και επιτείνει την εσωτερική τους ένταση. Εδώ, είναι οι Βουλευτικές Εκλογές του 1985. Έρχεται στην Αθήνα η Κάτια για να ψηφίσει, την οποία ερμηνεύει η Πέγκυ Σταθακοπούλου, και εκεί συνειδητοποίει ότι έχουν αλλάξει πολλά στη ζωή του γιου της, του Μιχάλη, που ερμηνεύει ο Αγησίλαος Μικελάτος. Έχει αφήσει μια κοπέλα έγκυο, τη Φανή και ετοιμάζεται να φύγει στην Αμερική. Όλα θα συμβούν πολύ ξαφνικά, υπό την απειλή ενός όπλου που δεν εκπυρσοκροτεί ποτέ. Θα δημιουργεί όμως, μια μεγάλη ανατροπή στο φινάλε του έργου, με ένα όπλο που βρίσκεται στα χέρια του αδελφού της Φανής. Αυτό το έργο, για μένα, είναι ένα ρολόι από μόνο του που μιλάει και για την απώλεια. Είναι ένα δικό μου ρολόι, που εκφράζει μια αγωνία μου τώρα, σε σχέση με το χρόνο, αλλά και ένα έργο που πήρα πτυχίο με αυτό. Ένα έργο, που έπαιξα πριν δέκα χρόνια και τώρα επανέρχομαι ο ίδιος σε αυτό. Ένα έργο, που ο Κάρολος Κουν, συνέκρινε τις ευαισθησίες του και το χιούμορ του, με τα κείμενα του Τσέχωφ. Είναι ένα έργο σπάνιο. Η  Αναγνωστάκη, αρχίζει να γράφει ήδη σε εικόνες από το 1972, με το έργο “Αντόνιο ή το Μήνυμα”, αλλά “Ο Ήχος του όπλου”, είναι το αποκορύφωμα αυτής της γραφής. Η ίδια, μου είχε εμπιστευτεί ότι ήθελε να γράφει και για τον κινηματογράφο. Είχε γράψει δύο σενάρια, που ο κόσμος δεν το γνωρίζει, για την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Νίκο Κούρκουλο, “Το ραντεβού της Κυριακής” που σκηνοθέτησε ο Σωκράτης Καψάσκης το 1958 και για τον Νίκο Ξανθόπουλο ”Ο Ξενιτεμός του καβαλάρη” το 1961, αν θυμάμαι καλά, σε σκηνοθεσία Ερρίκου Θαλασσινού. Επειδή λοιπόν, είναι γραμμένο το έργο σε εικόνες, έχει επιλεγεί ένας πιο κινηματογραφικός κώδικας στην παράσταση. Και στη σκηνοθεσία και στην υποκριτική. Σαν να κάνουμε μια ταινία για τη Λούλα».

 

 

«Ζούμε μια εποχή που δεν ξέρουμε αν θα ξημερώσει ο ήλιος αύριο. Και μιλάω και για τον πραγματικό ήλιο, καθώς είναι τέτοια η οικολογική καταστροφή, μέχρι και για τον ήλιο μεταφορικά, τι συμβαίνει δηλαδή στον κοινωνικό ιστό. Ζούμε την εποχή, που δεν έχουμε καμία βεβαιότητα, σε κοινωνικό και πλανητικό επίπεδο. Και σε αυτή την εποχή, που δεν έχουμε καμία βεβαιότητα, παρατηρούνται άνθρωποι που τα ξέρουν όλα. Δεν γίνεται. Δεν μπορεί μέσα σε όλο αυτό το πράγμα, να είναι πιο σημαντική μια φωτογραφία που θα ανεβάσουμε στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης ή μια εμπάθεια και ένας δογματισμός, ότι η δική μας γνώμη και μόνο αυτή, είναι η καλύτερη. Σαν να πρέπει να κάνουμε μαθήματα διαφωτισμού στο διαδίκτυο. Δηλαδή, να δούμε αυτό που έλεγε και ο Βολταίρος “Διαφωνώ με τη γνώμη σου, αλλά θα χάσω ακόμα και τη ζωή μου, για να υπερασπιστώ τη διαφορετική γνώμη”. Εδώ, είναι σαν να βγαίνουν όλοι στο διαδίκτυο και όποιος δεν συμφωνεί, τον παίρνει ο χάρος. Αν καταλάβουμε, ότι ζούμε σε μια εποχή που δεν έχουμε καμία βεβαιότητα, νομίζω θα αλλάξει πολύ η στάση μας απέναντι στα πράγματα και θα έχουμε μια άλλη ευαισθησία σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο. Και για να έρθω και στην Λούλα Αναγνωστάκη, μιας και όλα της τα έργα εκεί στοχεύουν: στην αφύπνιση του θεατή».

 

 

 

Πληροφορίες παράστασης

«Ο Ήχος του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη

Σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης

Σκηνικά: Γιάννης Αρβανίτης

Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα

Φωτισμοί: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου

Μουσική: Αντώνης Παπακωνσταντίνου

Βίντεο: Μιχάλης Κλουκίνας

Βοηθός σκηνογράφου: Αναστασία Δημουλάκη

Βοηθός ενδυματολόγου: Ειρήνη Γεωργακίλα

Βοηθός σκηνοθέτη: Φλάβιους Νεάγκου

Φωτογραφίες: Νίκος Πανταζάρας

 

Ερμηνεύουν: Πέγκυ Σταθακοπούλου, Τζένη Σκαρλάτου, Βασιλική Τρουφάκου, Σταύρος Μερμήγκης, Αγησίλαος Μικελάτος, Κώστας Νικούλι

 

Πού: Θέατρο Σταθμός, Βίκτωρος Ουγκώ 55, Αθήνα (Μετρό Μεταξουργείο), τηλ. 210 5230267

Πότε: από 9 Νοεμβρίου 2018 έως 21 Ιανουαρίου 2019. Κάθε Πέμπτη και Παρασκευή στις 21.00, Σάββατο και Κυριακή στις 19.00

Εισιτήρια: 15 ευρώ (Κανονικό), 12 ευρώ (Φοιτητικό), 10 ευρώ (Ανέργων, ΑΜΕΑ, Άνω των 65, Ομαδικές Κρατήσεις άνω των 10 ατόμων). Πέμπτη και Παρασκευή: Γενική είσοδος 10 ευρώ

Διάρκεια παράστασης: 120 λεπτά