Μαρία Καλλιμάνη: «Οι ηθοποιοί καλούμαστε κάθε φορά να γινόμαστε ευέλικτοι»

Βασίλης Μπισμπίκης: «Σκηνοθετώ και παίζω μόνο μέσα στον Τεχνοχώρο Cartel»
4 Δεκεμβρίου 2018
Μάνος Καρατζογιάννης: «Οφείλω πολλά στον πατέρα μου και στη Λούλα Αναγνωστάκη»
8 Δεκεμβρίου 2018
Βασίλης Μπισμπίκης: «Σκηνοθετώ και παίζω μόνο μέσα στον Τεχνοχώρο Cartel»
4 Δεκεμβρίου 2018
Μάνος Καρατζογιάννης: «Οφείλω πολλά στον πατέρα μου και στη Λούλα Αναγνωστάκη»
8 Δεκεμβρίου 2018

Η Μαρία Καλλιμάνη ερμηνεύει τη Τζούντι στο βραβευμένο έργο του Σάιμον Στήβενς, «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα».

 

Συνέντευξη: Μαριλένα Θεοδωράκου

 

Είναι απόφοιτη του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής  Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ωστόσο μέσω του θεάτρου, βρήκε έναν τρόπο να εκφράζεται. Από το 1997 και την πρώτη της παράσταση στο θέατρο Εμπρός, η Μαρία Καλλιμάνη μετράει πολλές συνεργασίες στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Η ηθοποιός, μιλάει για το θέατρο στην Ελλάδα της κρίσης, για το επάγγελμα του ηθοποιού και για το ρόλο της στην παράσταση του έργου «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα», που παίζεται στο θέατρο Τζένη Καρέζη.

 

«Έχω σπουδάσει Αρχαιολογία, αλλά νομίζω ότι αυτό που με έκανε να θέλω να ασχοληθώ με το θέατρο, είναι ότι βρήκα έναν τρόπο να εκφράζομαι» λέει η Μαρία Καλλιμάνη. «Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή μου άρεσε πιο πολύ η διαδικασία των προβών, την ξεχώριζα από την πρεμιέρα που βγαίναμε μπροστά στον κόσμο και από τις επόμενες παραστάσεις. Το κοινό, με τρόμαζε πολύ και σχεδόν με ακινητοποιούσε. Με τα χρόνια αγάπησα και τις παραστάσεις, όχι μόνο τις πρόβες και απεναντίας θέλω να έρχεται η στιγμή που θα δείξουμε στο κοινό αυτό που έχουμε φτιάξει. Άλλωστε γι’ αυτό κάνουμε θέατρο. Για να έρθει ο κόσμος να το δει. Δεν υπάρχει το θέατρο χωρίς το κοινό. Το καλοκαίρι που μας πέρασε δεν έκανα κάτι επαγγελματικά. Ξεκουράστηκα και πήρα τις αποστάσεις μου. Το θεωρώ πολύ σημαντικό σε αυτή τη δουλειά που κάνουμε. Κάποιες φορές δεν είναι εύκολο, γιατί και το δικό μας επάγγελμα έχει ευτελιστεί. Το συζητάμε με όλους τους συναδέλφους, ότι πολλές φορές πρέπει να κάνεις τρεις δουλειές για να μπορέσεις να βιοποριστείς, με τα χρήματα που κάποτε θα έβγαζες με μια δουλειά. Και αυτό, λίγο στερεί από τους ηθοποιούς αυτόν τον απαραίτητο χρόνο απόστασης που χρειαζόμαστε. Γιατί είναι μια δουλειά που αγαπάω για να μιλήσω προσωπικά, αλλά η επαφή με το κοινό είναι κάτι που κουράζει. Όλη αυτή η ανταλλαγή ενέργειας, είναι μεν αυτό που έχουμε ανάγκη, αλλά την ίδια στιγμή το να είσαι πάντα σε μια έκθεση προς τον κόσμο, εμένα προσωπικά με κουράζει και θέλω να παίρνω τις αποστάσεις μου. Να καθαρίζω λίγο και να αποκτώ νέες δυνάμεις. Με βοηθάει πολύ να φεύγω από την Αθήνα και να βρίσκομαι κοντά στη φύση, να ασχολούμαι με πράγματα πιο γήινα, όπως με έναν κήπο».

 

Ο Γιάννης Νιάρρος και η Μαρία Καλλιμάνη. (Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου).

 

Ένας σκύλος, ο Κρίστοφερ και η Τζούντι. «Είναι ένα αγγλικό βραβευμένο έργο του Σάιμον Στήβενς, ο οποίος έχει κάνει τη θεατρική διασκευή από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Μαρκ Χάντον» συνεχίζει η ηθοποιός. «Με τεράστια επιτυχία και το μυθιστόρημα και το θεατρικό, που κέρδισε επτά βραβεία Ολίβιε, όταν πρωτοπαρουσιάστηκε στο Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου το 2013. Είναι μια πολύ ωραία ιστορία, ενός 15χρονου αγοριού, του Κρίστοφερ, που όπως είπε ο ίδιος ο συγγραφέας μετά την πρώτη έκδοση του έργου του, και ενώ ο ίδιος το είχε χαρακτηρίσει παιδί με Σύνδρομο Άσπεργκερ, μετά το μετάνιωσε μετά. Είπε ότι μπορούμε να πούμε ότι είναι ένα παιδί με προβλήματα συμπεριφοράς. Ο Κρίστοφερ, είναι ένα παιδί που δεν εκφράζει συναισθήματα, δεν καταλαβαίνει την έννοια της μεταφοράς. Για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνει τη φράση “μου έκανες τη ζωή ποδήλατο”. Δεν υπάρχει γι’ αυτόν η έννοια του χιούμορ, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν έχει έναν πολύ πλούσιο συναισθηματικό κόσμο. Παίζοντας το ρόλο της μητέρας του, καταλαβαίνω ότι στην πραγματικότητα για τους γονείς με παιδιά που έχουν μαθησιακά προβλήματα, δεν είναι καθόλου εύκολο. Είναι ένας καθημερινός αγώνας να επικοινωνήσεις με το παιδί, να προλάβεις τις απρόβλεπτες αντιδράσεις του και να μην το βάλεις κάτω. Η Τζούντι, που υποδύομαι, είναι μια μητέρα η οποία έχει δυσκολίες να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες του γιου της. Έχει μεγάλη έλλειψη υπομονής και κατά συνέπεια απομακρύνεται από το παιδί της. Παρόλα αυτά, ο Κρίστοφερ σαν να κάνει ένα ταξίδι θάρρους –κυριολεκτικά και μεταφορικά- μέσα στο έργο. Το θάρρος, η δύναμη και ο ενθουσιασμός του Κρίστοφερ, θα γίνουν η αφορμή για να ωριμάσει και να επανορθώσει η μητέρα του. Όλοι οι ρόλοι σε αυτό το έργο, η μητέρα, ο πατέρας που υποδύεται ο Θέμης Πάνου, η δασκάλα του που υποδύεται η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, είναι ολόκληροι χαρακτήρες, με αρνητικές και θετικές πλευρές. Το έργο πετάγεται από τη μια σκηνή στην άλλη, πηγαίνει στο χρόνο μπρος και πίσω και οι ρυθμοί του είναι πολύ γρήγοροι. Παρόλα αυτά τα πρόσωπα είναι ολοκληρωμένοι χαρακτήρες. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, που συνεργαζόμαστε για τρίτη φορά, έχει ένα μεγάλο προσόν. Δίνει χώρο στους ηθοποιούς να δοκιμάσουν και να προτείνουν πράγματα. Είναι ένας άνθρωπος με χιούμορ, που αισθάνομαι μια οικειότητα μαζί του. Με τον Γιάννη Νιάρρο, που ερμηνεύει τον Κρίστοφερ, έχουμε ξανασυνεργαστεί στην ταινία “Νοτιάς” του Τάσου Μπουλμέτη και μάλιστα σε αυτή τη σχέση μητέρας-γιου. Στη δουλειάς μας, κάθε φορά συναντιέσαι με καινούργιους συναδέλφους. Έχει την καλή και τη δύσκολη πλευρά που αναπτύσσεις σχέσεις, καθώς είμαστε πολλές ώρες στις πρόβες. Εμείς οι ηθοποιοί, καλούμαστε κάθε φορά να γινόμαστε ευέλικτοι και να προσαρμοζόμαστε στις συνθήκες. Είμαστε ευπροσάρμοστα όντα. Δεν γίνεται αλλιώς, δεν είναι εύκολο αυτό. Διαφορετικός κόσμος, διαφορετικά μυαλά, διαφορετικές ψυχοσυνθέσεις. Αλλά είναι και στη φύση του επαγγέλματος. Και το κοινό φυσικά δεν είναι το ίδιο κάθε μέρα. Έχει κάθε φορά μια διαφορετική χημεία».

 

Οι ηθοποιοί της παράστασης του έργου «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα», που παίζεται στο θέατρο Τζένη Καρέζη. (Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου).

 

Για το θέατρο στα χρόνια της κρίσης. «Συνήθως οι παραστάσεις είναι ολιγοπρόσωπες, εκτός αν πρόκειται για μια παράσταση του Εθνικού Θεάτρου ή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση ή του Φεστιβάλ Αθηνών. Το θέμα είναι, ότι ακόμα και όταν οι παραστάσεις πηγαίνουν πολύ καλά, κρατάνε λίγο. Κάνουμε μια παράσταση για 2-3 μήνες, γιατί φοβάται κανείς να προγραμματίσει μια παράσταση για όλη τη σεζόν. Αλλά είναι κρίμα για παραστάσεις που πηγαίνουν καλά, να μην συνεχίζονται. Είναι περίεργες εποχές, αισθάνομαι δηλαδή ότι στα χρόνια της κρίσης, πολύ κόσμος πήγε στο θέατρο, το στήριξε πάρα πολύ, γιατί είχε ανάγκη κάτι ζωντανό. Είχε ανάγκη να συγκινηθεί, να ξεχαστεί, ακόμα και να εμπνευστεί από το θέατρο. Την ίδια στιγμή, οι παραγωγοί και οι άνθρωποι του θεάτρου έκαναν μείωση εισιτηρίων, από την άλλη πλευρά όμως, το τοπίο είναι πολύ θολό τα τελευταία χρόνια. Πάρα πολλές παραστάσεις, πέρα από όσες μπορούμε να σηκώσουμε και οι ηθοποιοί και το κοινό και οι δημοσιογράφοι ακόμα. Αισθάνομαι ότι υπάρχει μια σύγχυση. Δεν ξέρω πως μπορεί να καθαρίσει το τοπίο και πως μπορεί να πει κάποιος “αυτός μπορεί να κάνει θέατρο, αυτός δεν μπορεί”. Κανείς δεν μπορεί να το πει αυτό. Απλώς με έναν τρόπο, νομίζω ότι κάπως πρέπει να γίνει ένα ξεδιάλεγμα».

 

Για τις συνεργασίες. «Πάντα μου προκαλεί το ενδιαφέρον το έργο, ο ρόλος, ο σκηνοθέτης, οι συνθήκες, οι συνάδελφοι. Θα μπορούσα να ξεχωρίσω κάποιες συνεργασίες, δηλαδή πάντα θα θυμάμαι την πρώτη μου παράσταση στο θέατρο Εμπρός την “Αγγέλα” του Σεβαστίκογλου που κάναμε με τον Άγγελο Μπαντή. Ήμασταν η πρώτη φουρνιά, οι απόφοιτοι της Δραματικής Σχολής του Εμπρός. Μετά θυμάμαι “Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ” με τον Γρηγόρη Βατινό και την Πέμυ Ζούνη, “Το Μαυροπούλι” που έκανα με τον Δημήτρη Καταλειφό σε σκηνοθεσία Βίκυς Γεωργιάδου, στο Απλό Θέατρο.  Τις παραστάσεις που κάναμε στο Αμόρε, το “Χειμωνιάτικο παραμύθι” με την Λίλο Μπάουρ, τον “Βασιλιά Ιωάννη” με τον Νίκο Χατζόπουλου, πιο μετά κάναμε την “Εκδοχή του Μπράουνιγκ” στο Εμπορικόν, πάλι με τον Καταλειφό. Με τον Νίκο Μαστοράκη οι δουλειές που κάναμε στο Θέατρο Τέχνης, “Η επανένωσης της βόρειας και νότιας Κορέας” και “Τα παιδιά του ήλιου”. Είναι από τους σκηνοθέτες που αγαπώ και εκτιμώ βαθιά. Δεν είναι ο μοναδικός, αλλά είναι σπουδαίος. Έχω δουλέψει με πολλούς, με τον Αντώνη Αντύπα, τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, τον Στάθη Λιβαθινό, τη Μπέττυ Αρβανίτη την οποία αγαπώ πολύ. Είναι μια γυναίκα που έχει τη χαρά τη ζωής μέσα της και αγαπά και τη δουλειά πολύ. Σπανίζουν πια, αυτοί οι άνθρωποι στο χώρο μας. Όταν συνεργάζομαι με ηθοποιούς, όπως είναι η Μπέττυ Αρβανίτη, ο Δημήτρης Καταλειφός, η Ράνια Οικονομίδου, η Αμαλία Μουτούση και μόνο που βλέπεις αυτούς τους ανθρώπους πάνω στη σκηνή, δεν υπάρχει μεγαλύτερος θησαυρός. Είναι μεγάλο δώρο, αυτά τα παραδείγματα. Ο τρόπος που υπάρχουν και παίζουν πάνω στη σκηνή, θα μπορούσε να είναι από μόνος του μια συμβουλή. Όταν ασχολούμαι με ένα κείμενο και έναν ρόλο, μου έρχονται στο μυαλό αυτοί οι άνθρωποι, σαν στάση ζωής απέναντι στο επάγγελμα ή με τον τρόπο που είναι πάνω στη σκηνή. Παίρνω δύναμη».

 

 

Πληροφορίες παράστασης

«Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα» του Σάιμον Στήβενς

Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

Μετάφραση: Κοραλία Σωτηριάδου

Σκηνικά: Μαγδαληνή Αυγερινού

Κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ

Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος

Επιμέλεια κίνησης: Σοφία Μαυραγάνη

Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Γεωργουδάκη

 

Παίζουν οι ηθοποιοί: Γιάννης Νιάρρος, Μαρία Καλλιμάνη, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Θέμης Πάνου, Μαρία Κατσανδρή, Θύμιος Κούκιος, Γιώργος Γιαννακάκος, Βάσια Χρήστου, Σπύρος Κυριαζόπουλος

 

 

Πού: Θέατρο Τζένη Καρέζη, Ακαδημίας 3, Αθήνα, τηλ. 210 3636144

Πότε: Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή στις 21.00. Σάββατο στις 18.30 και στις 21.00, Κυριακή στις 19.00. Έως 23/12/2018

Εισιτήρια: Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο απόγευμα

Κανονικό: 18 ευρώ, Φοιτητικό, άνω των 65 ετών, πολυτέκνων, παιδιά έως 18 ετών: 15 ευρώ, Ανέργων, ΑΜΕΑ: 12 ευρώ, Σάββατο βράδυ –Κυριακή Κανονικό: 20 ευρώ, Μειωμένο/ Ανέργων: 17 ευρώ

Διάρκεια παράστασης: 110 λεπτά με διάλειμμα