Ειρήνη Μακρή: «Οι C. for Circus ήταν ένας έρωτας που ακόμα κρατάει και ευτυχώς δικαίως»

Όλγα Τζωρτζ: «Κωμωδία δεν είναι η έξυπνη ατάκα»
16 Οκτωβρίου 2018
Αλέξης Σταμάτης: «Στο συγκεκριμένο έργο υπάρχει μια πολύ ειδική ανατροπή θεατρικής συνθήκης»
20 Οκτωβρίου 2018

Sharing is caring!

Ερμηνεύει δύο χαρακτήρες, τη Μάνα και τη Νεράιδα του Βουνού,  στην παράσταση του έργου «Το δαχτυλίδι της μάνας» του Γιάννη Καμπύση που ανεβαίνει για δεύτερη σεζόν στο Tempus Verum Εν Αθήναις, σε σκηνοθεσία Παύλου Παυλίδη. Η Ειρήνη Μακρή, μέλος των C. for Circus, μιλάει για τις συνεργασίες της, τη συνάντησή της με την ομάδα και το θεατρικό κείμενο που είναι γραμμένο σε ντοπιολαλιά, κι εμπνέεται απ’ τη ζωή του ποιητή και πεζογράφου Κώστα Κρυστάλλη.

 

Το έργο. Παραμονή Χριστουγέννων. Σε μία καλύβα κοντά στο δάσος ζει μία φτωχή οικογένεια: η μάνα και οι δυο της γιοι. Ο μεγάλος γιος της οικογένειας, ο Ποιητής, βαριά άρρωστος, γνωρίζοντας πως έχει πλέον λίγη ζωή μέσα του, νοσταλγεί τα απάτητα βουνά του τόπου του, τους θρύλους της οικογένειάς του, τις Νεράιδες του Βουνού. Ταξιδεύει με τη φαντασία του κοντά τους, για να τον συντροφεύσουν στις τελευταίες του στιγμές και καρτερά να “σβήσει” στην ποδιά της αγαπημένης του. H μητέρα του, για να τον σώσει, αποφασίζει να πουλήσει τη μοναδική περιουσία της οικογένειας, το δαχτυλίδι που έδωσαν κάποτε οι μοίρες στους προγόνους της, αν και γνωρίζει ότι μια τέτοια κίνηση είναι καταραμένη. Kάπου, κάποτε, σε μια Ελλάδα.

 

Θα θέλατε να κάνουμε μια μικρή αναδρομή για την πορεία σας μέχρι σήμερα; Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την υποκριτική;

«Δε θα πάω πίσω στα παιδικά μου χρόνια, γιατί πολλά παιδάκια θέλησαν κάποια στιγμή να γίνουν ηθοποιοί. Θα περάσω στην πρώτη ίσως συνειδητή σκέψη πάνω σ’ αυτό, όταν συμπλήρωνα το μηχανογραφικό μου για τις Πανελλαδικές και δεν είχα ιδέα πώς μπορεί κανείς να σπουδάσει θέατρο, υποκριτική, όπως το φανταζόμουν. Παντελής έλλειψη ενημέρωσης, παιδιά. Αποφάσισα να σπουδάσω μηχανικός, γιατί ήταν μια πιο γενική σχολή, που θα μου έδινε τις διεξόδους που ήθελα. Σπούδασα, λοιπόν, στην Πολυτεχνική Σχολή του ΑΠΘ και για καλή μου τύχη μόλις είχε ιδρυθεί η θεατρική ομάδα του Πολυτεχνείου. Οι τότε καταλήψεις πρόσφεραν άπλετο χρόνο για να ασχολούμαι σχεδόν αποκλειστικά μ’ αυτό και την ίδια χρονιά ξεκίνησαν και οι πρόβες με τους C. for Circus. Ήταν ένας έρωτας, που ακόμα κρατάει και ευτυχώς δικαίως. Όταν μεγάλωσα αρκετά για να μπορώ να αποφασίσω πιο ενεργά για τη ζωή μου και να είμαι παράλληλα στο ανώτατο όριο ηλικίας για τις εξετάσεις της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, αποφάσισα να το δοκιμάσω και έτσι βρέθηκα μέσα σε δυο μέρες, από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, χωρίς σπίτι, χωρίς να έχω ιδέα πού πάω και χωρίς φίλους. Σπίτι άργησα να βρω και να καταλάβω πού βρίσκομαι και τί κάνω. Φίλους ευτυχώς όχι. Σιγά- σιγά κατέβηκε και η υπόλοιπη ομάδα, για να σπουδάσει σε δραματικές σχολές και αρχίσαμε να λειτουργούμε ξανά μαζί το 2015. Παράλληλα, ως νεοσσός στο επάγγελμα κι αφού οι παραγωγές της ομάδας γίνονται από εμάς τους ίδιους και δεν υπάρχει δυνατότητα οικονομικής επιβίωσης από αυτή αποκλειστικά, έχω τη λαχτάρα να συνεργαστώ και να δοκιμάσω διαφορετικούς μηχανισμούς και τρόπους προσέγγισης της τέχνης του θεάτρου. Είχα την τύχη να συνεργαστώ και να συναντηθώ με σπουδαίους ανθρώπους, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζω τη συνάντηση με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, το Δημήτρη Μπογδάνο και τη Σοφία Πάσχου, και με ομάδες ηθοποιών, οι οποίοι συνεχίζουν να με εμπνέουν και να με διαμορφώνουν προσωπικά και καλλιτεχνικά. Από απλά εργαλεία δουλειάς που απλόχερα μοιράστηκαν, μέχρι έμπνευση, εμπιστοσύνη και πολλές ανθρώπινες στιγμές. Αυτές οι συναντήσεις είναι που με συγκινούν στο θέατρο».

 

 

Ποιες ήταν οι πρώτες σας σκέψεις όταν διαβάσετε το συγκεκριμένο έργο;

«”Ω θεέ μου, τι είν’ αυτό;” Δεν ήμουν από τους υποστηρικτές του έργου, από την πρώτη ανάγνωση. Θυμάμαι να ψάχνω μανιωδώς να φέρω άλλα κείμενα στις ομαδικές αναγνώσεις. Ο θάνατος ήταν ένα ζήτημα, με το οποίο δε χαιρόμουν να καταπιαστώ, ειδικά την ώρα που άνθιζε ο κόσμος και η πλάση ερωτευόταν. Ήταν Άνοιξη, χαρά θεού κι εμείς διαβάζαμε και μελετούσαμε τα Χριστούγεννα, την απελπισία και το θάνατο. Μάλλον, απλώς δεν ήμουν ανοιχτή σ’ αυτό και όχι σε θέση να διακρίνω αυτό που ο Παύλος Παυλίδης ανέγνωσε στο κείμενο του Γιάννη Καμπύση. Ταυτόχρονα, με τρόμαζε η χρήση της ντοπιολαλιάς και μιας κατά το ήμισυ κλισέ ιστορίας, μιας οικογένειας, δηλαδή, που χάνει το μελλοθάνατο πρωτότοκο γιο της. Και δεν χρησιμοποιώ το κλισέ ως συνώνυμο του βαρετού, αντιθέτως ως κάτι που είναι μάλλον αυθύπαρκτο, γιατί όπως λέει και ο φίλος μου ο Νικόλας “cliches make the world go round”. Θέλει μεγάλη μαεστρία στο λόγο και καθαρή επιλογή στο πώς θα χρησιμοποιήσεις το γλωσσικό ιδίωμα, αφού κανείς μας δεν το κατείχε βιωματικά και δεν είμαι σίγουρη ότι θα μου άρεσε αν χρησιμοποιούνταν και ως τέτοιο. Από την άλλη πλευρά, όλες αυτές οι σκέψεις και τα εμπόδια ήταν που έκαναν εν τέλει τη διαδικασία πιο ενδιαφέρουσα και πιο δημιουργική από πολλές άλλες. Ο Παύλος έθεσε ένα τόσο συγκεκριμένο πλαίσιο, στο οποίο ευτυχώς οι πρώτες μου σκέψεις δε χωρούσαν».

 

Ποια είναι τα θέματα που κατά τη γνώμη σας πραγματεύεται το έργο;

«Το πιο ενδιαφέρον και συνάμα αποκαλυπτικό είναι η αντιμετώπιση του αναπόφευκτου. Μέσω της φαντασίας, στην παράστασή μας ή με οποιοδήποτε ενεργητικό τρόπο επιλέγει ο καθένας. Ο θάνατος είναι βέβαιος και αναπόφευκτος. Η διαδρομή μας, παρόλα αυτά, είναι μοναδική και σ’ αυτή έχουμε πράγματι λόγο και ελευθερία επιλογής. Πώς ζει ένας και πώς πεθαίνει ένας ποιητής; Πώς ζει και πώς πεθαίνει ένας άνθρωπος; Εγώ εκεί εστιάζω. Ο καθένας στοχεύει αλλού, με κοινό παρονομαστή, καθ’ ομολογία, τη στροφή στους ανεκπλήρωτους πόθους και τις οικείες καταστάσεις. Ο δικός μας Ποιητής προσπαθεί έστω και την ύστατη στιγμή να μετουσιώσει το θάνατό του, τη μοναδική αυτή στιγμή της μετάβασης, σε ένα γνώριμο γι’ αυτόν περιβάλλον, συνεχίζοντας παθιασμένα ένα δικό του, προσωπικό ταξίδι. Την πίστη στο μύθο, τη ζωή και το θάνατο. Η πίστη βαραίνει ιδιαίτερα για μένα στο συγκεκριμένο ταξίδι, τόσο το καλλιτεχνικό όσο και το προσωπικό. Με απασχολεί ιδιαίτερα, ίσως γιατί διανύουμε μια εποχή που βασιλεύει το εφήμερο, συμπαρασύροντας πολλούς πυλώνες της περασμένης».

 

 

 

Θα θέλατε να μας πείτε με λίγα λόγια για το ρόλο που ερμηνεύετε;

«Η προσέγγιση της παράστασης είναι κυρίως αφηγηματική. Δεν έχει να κάνει με ρόλους ακριβώς. Κι εγώ έτσι προσεγγίζω και τους δυο χαρακτήρες που καλούμαι να υπερασπιστώ, τη Μάνα και τη Νεράιδα του Βουνού. Η σκέψη μου περισσότερο συμπυκνώνεται σε δυο πιστούς συνοδοιπόρους του ήρωα. Έναν, που αρχικά πασχίζει με νύχια και με δόντια να κρατηθεί όρθιος μπροστά στο θάνατο, παραβλέποντας την αλήθεια του γεγονότος. Σαν να προσπαθεί συνεχώς να εκτρέψει τον ποταμό, για να μη χυθεί στη θάλασσα. Αλλά, θα επαναληφθώ, αυτό είναι αναπόφευκτο και στη δραματουργία του κειμένου. Κι έναν δεύτερο, που αναλαμβάνει με θάρρος να οδηγήσει την πορεία κατευθείαν στην καρδιά του τέλους, που τον ξεπροβοδίζει την ύστατη στιγμή αναλαμβάνοντας τη διαδρομή προς την κορυφή του Βουνού και το θάνατο του Ποιητή. Το ενδιαφέρον για μένα στη διττή φύση αυτής της γυναίκας στην παράσταση, είναι αυτό ακριβώς το κρίσιμο σημείο καμπής, όπου η Μάνα, υποκλινόμενη στην ορμή του ποταμού και της φύσης μοιάζει να αποφασίζει να προωθήσει τη δράση. Αυτή είναι προσωπική ανάγνωση. Και μου αρέσει που η Νεράιδα του Βουνού δεν είναι ούτε ροζ ούτε η καλή του παραμυθιού. Είναι η Νεράιδα των παραδόσεων, στοιχειό της φύσης, σαν αυτές στις ιστορίες της γιαγιάς μου, με εμπάθειες και εγωισμούς ανθρώπινους. Είναι mind blowing αυτός ο συνδυασμός».

 

Ποια σχόλια έχετε ακούσατε από τους θεατές από τις προηγούμενες παραστάσεις;

«Είμαι η χειρότερη, για να απαντήσω σ’ αυτή την ερώτηση. Θα συνοψίσω την αίσθηση που αποκομίζω στο εξής: είναι μια παράσταση ενηλικίωσης για την ομάδα, στην οποία η εμπιστοσύνη, η αγάπη και η δουλειά των χρόνων φαίνεται να συνεργάζονται και να δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες για ν’ ανθίσει τόσο το σύνολο όσο και ο καθένας προσωπικά. Εγώ λέω ότι είναι μια ωδή στο θάνατο, τραγουδισμένη με πάθος».

 

Μαριλένα Θεοδωράκου

 

 

Πληροφορίες παράστασης

«Το δαχτυλίδι της μάνας» του Γιάννη Καμπύση

Θίασος: C. for Circus

Συγγραφέας: Γιάννης Καμπύσης

Σκηνοθεσία: Παύλος Παυλίδης

Δραματουργία: Παύλος Παυλίδης, Αθηνά Σακαλή

Κατασκευή σκηνικού: Σπύρος Δουκέρης

Κοστούμια: Λίνα Σταυροπούλου, Τζίνα Ηλιοπούλου

Σχεδιασμός φωτισμών: Ιωάννα Ζέρβα

Μουσική διδασκαλία: Βαλέρια Δημητριάδου

Πιάνο, νταούλι, ηλεκτρική κιθάρα, τρομπόνι, μελόντικα: C. for Circus

Βοηθός σκηνοθέτη: Αθηνά Σακαλή

Φωτογραφίες: Χρήστος Συμεωνίδης, Νίκος Πανταζάρας

Βίντεο: Μαρία-Ελισάβετ Κοτίνη

 

Παίζουν: Παναγιώτης Γαβρέλας, Χρύσα Κοτταράκου, Αθανασία Κουρκάκη, Ειρήνη Μακρή, Νικόλας Παπαδομιχελάκης, Νατάσα Ρουστάνη, Σπύρος Χατζηαγγελάκης

 

 

Πού: Tempus Verum Εν Αθήναις, Ιάκχου 19, Γκάζι, τηλ. 210 3425170, 6948 298063

Πότε: από 16 Οκτωβρίου 2018 και κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00

Εισιτήρια: 12 ευρώ και 8 ευρώ μειωμένο

Διάρκεια παράστασης: 70 λεπτά

* Το θέατρο είναι προσβάσιμο σε ΑμεΑ.

 

Info

«Το δαχτυλίδι της μάνας» (1898) του Γιάννη Καμπύση είναι θεατρικό έργο, γραμμένο σε ντοπιολαλιά, κι εμπνέεται απ’ τη ζωή του ποιητή και πεζογράφου Κώστα Κρυστάλλη. Έχει χαρακτηριστεί ως μουσικό δράμα αλλά και ως χριστουγεννιάτικο ονειρόδραμα. Το 1917, ο Μανώλης Καλομοίρης το συνέθεσε σε μορφή όπερας, ενώ 51 χρόνια αργότερα, το 1968, το έργο εκφωνήθηκε στο “θέατρο της Τετάρτης” στην Ε.Ρ.Α. Το Δεκέμβριο του 2004, το “Το δαχτυλίδι της μάνας” παρουσιάστηκε στην Εθνική Λυρική Σκηνή σε λιμπρέτο Γιώργου Στεφόπουλου (ο οποίος υπέγραφε ως Άγνης Ορφικός) και σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου.

Ενεργοποιώντας τις αισθήσεις της λαϊκής παράδοσης, που τόσο έντονα διατρέχουν την ιστορία του Γιάννη Καμπύση, η ομάδα C. for Circus φέτος “ενηλικιώνεται” με μια ελάχιστα ειπωμένη ιστορία αποχαιρετισμού.