Δαμιανός Κωνσταντινίδης: «Η “Θυσία του Αβραάμ” είναι ένα έργο που θέτει οντολογικά ερωτήματα»

Αντώνης Αντωνόπουλος: «Ο Εκκλησιαστής είναι ένα από τα λογοτεχνικά αριστουργήματα»
6 Απριλίου 2018
Δημήτρης Αγαρτζίδης: «Η “Κυρά της θάλασσας” αντλεί πολλά στοιχεία από την ψυχανάλυση»
12 Απριλίου 2018

Σκηνή από τις πρόβες της παράστασης του έργου «H Θυσία του Αβραάμ» που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη, στο Θέατρο Σταθμός. (Φωτογραφίες: Βαγγέλης Πουλής).

Sharing is caring!

Μετά τις παραστάσεις «Τα Παραβάν» του Ζαν Ζενέ στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου (2016) και «Privatopia» στο Θέατρο Τέχνης (2017), ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης καταπιάνεται με ένα έργο που ανεβαίνει σπάνια και σκηνοθετεί τη «Θυσία του Αβραάμ», το γνωστό επεισόδιο της Παλαιάς Διαθήκης (Γένεσις ΚΒ΄) όπου ο Αβραάμ δέχεται την εντολή από τον Θεό να θυσιάσει το γιο του Ισαάκ.

«Αποφάσισα εντελώς ξαφνικά να σκηνοθετήσω το συγκεκριμένο έργο. Όταν επρόκειτο να καταθέσω αίτηση για επιχορήγηση στο Υπουργείο Πολιτισμού και έψαχνα για έργο, κι αφού είχα διαβάσει εκ νέου όλα τα θεατρικά που αγαπούσα και τα απέρριψα, δεν ξέρω με ποιου είδους εσωτερικές διεργασίες, ήρθε στο νου μου η “Θυσία του Αβραάμ”. Το ξαναδιάβασα και… “κόλλησα”» λέει ο σκηνοθέτης Δαμιανός Κωνσταντινίδης.

Αυτό που κέντρισε το ενδιαφέρον του, ο οποίος είναι ιδρυτικό μέλος και ο μόνιμος σκηνοθέτης της ομάδας Angelus Novus, ήταν η πολύ δυνατή ιστορία, γνωστή και από την Παλαιά Διαθήκη, και ο τρόπος που επιλέγει ο ανώνυμος Κρητικός συγγραφέας (ενδεχομένως ο Βιτσέντζος Κορνάρος) να την πραγματευτεί.

«Ήταν επίσης το καθαρά ανθρώπινο υπόβαθρο των κεντρικών προσώπων, ο ειλικρινής πόνος τους μπροστά στην επικείμενη απώλεια του παιδιού τους, η απόλυτη αδυναμία τους να αντιδράσουν μπροστά στην εντολή του Θεού, η εγκαρτέρησή τους, η χαρά τους στο τέλος για τη σωτηρία -σχεδόν ανάσταση- του μοναχογιού τους» συνεχίζει ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης. «Είναι συγκλονιστικός ο σπαραγμός της Σάρρας, της μητέρας, που μοιρολογεί τον γιο της ζωντανό, ο σπαραγμός του ίδιου του γιου, του νεαρού Ισαάκ, όταν μαθαίνει από τα χείλη του πατέρα του ότι θα τον θυσιάσει, καθώς και η εσωτερική πάλη του Αβραάμ ανάμεσα στην αγάπη για το παιδί του και το καθήκον του προς τον Θεό, την προς τον Θεό οφειλόμενη υπακοή και εμπιστοσύνη. Και βέβαια, πίσω και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει το τεράστιο θέμα της θρησκευτικής πίστης, η οποία, σύμφωνα με τον Κίρκεγκωρ, συνιστά ένα άλμα στο παράλογο, που ελάχιστοι καταφέρνουν να πραγματοποιήσουν. Αναφέρω τον Δανό φιλόσοφο γιατί το δοκίμιό του “Φόβος και Τρόμος”, αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στην περίπτωση του Αβραάμ, του πατριάρχη της πίστης, μας βοήθησε να καταλάβουμε καλύτερα το έργο, ήταν κατά κάποιο τρόπο ένας μπούσουλας για τη δραματουργία της παράστασης. Τέλος, η ποίηση που διατρέχει το κείμενο της “Θυσίας…”, η ίδια η έμμετρη μορφή του, η γλώσσα του, οι σκηνικές δυσκολίες που θέτει το ενδεχόμενο ανέβασμά του, όλα αυτά αποτέλεσαν για μένα ερεθιστικούς λόγους για να ασχοληθώ μαζί του και να θέλω να το σκηνοθετήσω».

 

Γλωσσικές ιδιορρυθμίες και κρητική διάλεκτος

«Ας επισημάνω πριν απ’ όλα ότι το πρωτότυπο έχει χαθεί, όπως και το όνομα του συγγραφέα του. Οι εκδοχές που έχουν διασωθεί, έντυπες και χειρόγραφες, είναι μεταγενέστερες από τον υποτιθέμενο χρόνο συγγραφής του (τέλη 16ου – πρώτο μισό 17ου αιώνα), παρουσιάζουν μάλιστα αρκετές διαφορές μεταξύ τους» συνεχίζει ο σκηνοθέτης. «Σίγουρα έχει γίνει προσπάθεια από τους διάφορους αντιγραφείς ή εκδότες εξομάλυνσης της κρητικής διαλέκτου, ώστε το κείμενο να είναι περισσότερο κατανοητό στο ευρύ κοινό. Αν και εξακολουθεί και σήμερα να μη θέτει ιδιαίτερα προβλήματα κατανόησης,  το άκουσμά του ωστόσο δεν μας είναι εντελώς οικείο και το νόημα αρκετών λέξεων μας διαφεύγει. Αλλά αυτό είναι ενδεχομένως και προσόν: έτσι δημιουργείται ένα είδος παραξενίσματος που μπορεί  να ενεργοποιεί την προσοχή και να κρατά εξ ίσου σε εγρήγορση πλατεία και σκηνή.  Σ’ αυτή τη γλωσσική δυσκολία προστίθενται κι άλλες: “Η Θυσία…” είναι γραμμένη σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, με νοηματική και αναπνευστική τομή συνήθως, αλλά όχι πάντα, στην όγδοη συλλαβή. Οι διασκελισμοί, δηλαδή η συνέχιση και ολοκλήρωση του νοήματος πέραν του πρώτου στίχου, αν και αρκετοί, δεν είναι από μόνοι τους ικανοί να σπάσουν τη μονοτονία που ελλοχεύει στην εκφορά αυτού του κειμένου, το οποίο, επιπλέον, είναι γεμάτο από σκόπιμες επαναλήψεις ίδιων ή παρόμοιων στίχων».

Πρόβες και συναισθήματα

«Από την αρχή σχεδόν αντιληφθήκαμε ότι είμαστε μπροστά σε ένα ιδιαιτέρως δύσκολο εγχείρημα. Δεν είμαστε εκπαιδευμένοι να λέμε τέτοια κείμενα, να τα μιλάμε» εξηγεί ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης. «Πολύ γρήγορα διαπιστώσαμε ότι οποιαδήποτε νοητική “απουσία” μας, οποιαδήποτε αφηρημάδα κατά την εκφορά μπορούσε εύκολα να μας εκτροχιάσει, να μας ρίξει σε αυτοματισμούς, να μας μεταβάλει σε μύλους λόγων χωρίς περιεχόμενο. Έπρεπε να καταβάλουμε μεγάλη προσπάθεια για να αποφύγουμε την μονοτονία, για να αναδείξουμε την ποίηση του έργου και τον εσωτερικό σπαραγμό των προσώπων, χωρίς να υποκύψουμε στους πειρασμούς του λυρισμού και του μελοδράματος, χωρίς στόμφο και χωρίς περιττούς θεατρινισμούς. Αυτό απαιτούσε και απαιτεί –γιατί τα πάντα πρέπει κάθε φορά να κατακτώνται εκ νέου επί σκηνής- ένα συνεχή αγώνα από τον ηθοποιό, τη διαρκή μη επανάπαυσή του, ώστε να μην κατρακυλήσει στην απαγγελία, να μην παρασυρθεί από τη δύναμη του ιαμβικού μέτρου, αλλά ούτε και από το συναίσθημα που οφείλει βεβαίως να το εκφράσει αλλά χωρίς να υποδουλωθεί αυτάρεσκα σ’ αυτό. Έτσι, στις πρόβες, ανάλογα με το τι πετυχαίναμε κάθε φορά, είχαμε και απογοητεύσεις και χαρές, και αμφιβολίες και φόβους, και θυμούς και αδιέξοδα και δυνατές συγκινήσεις και κούραση και ανάταση… και απ’ όλα. Αν πάλι με ρωτάτε για τα συναισθήματα του κάθε ηθοποιού απέναντι στο συγκεκριμένο κείμενο, ποίκιλαν κι αυτά: στην αρχή άλλους τους άγγιζε, κι άλλους όχι. Κάποιοι είχαν ένα παρελθόν και ένα οικογενειακό περιβάλλον ιδιαίτερα θρήσκο και, παρόλο που είχαν αποδεσμευτεί από αυτό, το θέμα της πίστης εξακολουθούσε να τους παθιάζει. Άλλοι πάλι έμπαιναν στην ιστορία με κάποια αδιαφορία και ανακάλυπταν στην πορεία τα σημεία επαφής τους μ’ αυτήν».

 

Οι χαρακτήρες του έργου

«Τα πρόσωπα της “Θυσίας…” ανήκουν στην κοινωνία και την εποχή που γράφτηκε το έργο. Κουβαλούν, πέρα και περισσότερο από το βιβλικό παρελθόν τους, την Κρήτη της Αναγέννησης. Επίσης, πρόκειται για πρόσωπα εξαιρετικά, ιδίως ο Αβραάμ που τον επισκέπτονται άγγελοι, που βρίσκεται, θα έλεγα, σε άμεση σχεδόν επαφή με τον Θεό. Άλλωστε, αυτός και η γυναίκα του, η Σάρρα, έχουν ήδη βιώσει ένα θαύμα: έχουν φέρει στον κόσμο, υπέργηροι, ένα παιδί, τον Ισαάκ. Κι αυτό το παιδί που είναι να σκοτωθεί από το χέρι του ίδιου του πατέρα του, σώζεται τελευταία στιγμή, ως εκ θαύματος πάλι, με θεϊκή παρέμβαση. Δεν ξέρω σε πόσους μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, ιδίως σήμερα. Σαφώς, πλέον, χάρη στην πρόοδο της επιστήμης, μπορούμε να έχουμε γεννητούρια σε προχωρημένη ηλικία. Σαφώς, υπάρχουν –και το βλέπουμε στις ειδήσεις- γονείς που σκοτώνουν τα παιδιά τους, αλλά γίνεται να τους συγκρίνουμε με τον Αβραάμ, ή τον Αβραάμ με αυτούς; Γίνεται να μιλάμε στην περίπτωσή τους για θυσία; Ή  να θεωρούμε τον Αβραάμ ως δολοφόνο; Μπορούμε ακόμη να αναρωτηθούμε αν η απόλυτη πίστη στον Θεό, ή καλύτερα: σε ένα Θεό, αρκεί για να δικαιολογήσει οποιαδήποτε πράξη βίας. Κι αυτό το ερώτημα είναι απολύτως σημερινό. Σημερινά –και ενδεχομένως, παντοτινά- είναι τα αισθήματα της απορίας –και δεν εννοώ μόνο την έκπληξη αλλά και την έλλειψη πόρων, δυνάμεων- και του αβάσταχτου πόνου του ανθρώπου μπροστά στην απώλεια ενός αγαπημένου του προσώπου, πόσω μάλλον του ίδιου του παιδιού του. Η “Θυσία…” δεν είναι επ’ ουδενί ένα έργο επίκαιρο -αλλά δεν ξέρω αν το επίκαιρο συνιστά θεατρικό προσόν. Η “Θυσία…” είναι ένα έργο ουσιαστικό, θέτει οντολογικά ερωτήματα, είναι ενδεχομένως ένα έργο θρησκευτικό, και χωρίς καμιά αμφιβολία ένα λαϊκό, ποιητικό και βαθειά ανθρώπινο δράμα».

 

Σκηνές και φράσεις

«Σκηνές δεν μπορώ να ξεχωρίσω γιατί έχοντας πια ολοκληρώσει τη σκηνοθεσία αντιλαμβάνομαι τη σημασία ακόμη και της πιο μικρής ή δευτερεύουσας σκηνής, ξέρω τον ρόλο της στην παράσταση, πόσο αναγκαία είναι για να πάμε σε μια σκηνή φανερά σημαντική. Σαφώς συγκινούμαι από τις σκηνές της μητέρας και του γιου, τη σκηνή του γιου με τον πατέρα του τη στιγμή της θυσίας. Είναι κομβικές σκηνές, γράφτηκαν για να συγκινούν και το πετυχαίνουν. Αλλά βρίσκω ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη σκηνή του Αβραάμ με τον υπηρέτη του Σιμπάν που κατά κάποιο τρόπο είναι η φωνή της λογικής και προσπαθεί να συνετίσει τον Αβραάμ, να τον πείσει ότι αυτό το μήνυμα που δέχτηκε από τους ουρανούς είναι δημιούργημα του μυαλού του, ένα κακό όνειρο, ένα ψέμα. Μέσα από τον λόγο του, ακούμε την “κοινωνία”, αυτό που θα σκεφτεί ο πολύς κόσμος όταν μάθει ότι ο Αβραάμ σκότωσε το παιδί του. Στίχους ξεχωρίζω πολλούς και δεν γίνεται να τους παραθέσω όλους. Να μερικοί: Του Αβραάμ στην αρχή, όταν μαθαίνει ότι πρέπει να σφάξει το παιδί του: “Πώς να το δω στα πόδια μου σα ρίφι να ταράσσει, / σα βόιδι να μουγγίζεται, σαν ψάρι να σφαράσσει;”. Αργότερα, στη σκηνή με τον υπηρέτη: “Η σάρκα αν είναι και πονεί, απομονήν ας έχει / γρικά το ο λογαριασμός, οπού καλλιά κατέχει”. Ή, αλλού, προς τον Θεό: “Και μη μου παραπονεθείς, αν κλαίω, αν θρηνούμαι / τη σάρκα την ανθρωπινή βαστώ και τυραννούμαι”. Της Σάρρας: “Πώς εγυρίσαν οι χαρές σε θλίψη ‘ς μιαν ημέρα, /πώς εσκορπίσα σαν καπνός, σα νέφη στον αέρα! Κι ας τάξω, δεν το ‘γέννησα ειδέ ‘δα το ποτέ μου, / μα ένα κερίν αφτούμενον εκράτου κ ήσβησέ μου”. Του Ισαάκ: “Και φανερά το ‘γρίκησα η θυσία έχει βάρος / κι εγώ θε να γενώ τ’ αρνί κι εσύ, αφέντη, Χάρος. Κύρη μου, οπού μ’ έσπειρες, και πώς δε με λυπάσαι;/ Ω Πλάστη μου, βοήθα μου! Μάνα μου, και πού να ‘σαι;” Του Αβραάμ πάλι στο τέλος, στίχοι που συμπυκνώνουν και το νόημα της θυσίας, της οποιασδήποτε θυσίας: “Κι ό,τι του δώσεις του Θεού, να ‘ναι από καρδιάς σου / την όρεξή σου συντηρά όχι το χάρισμά σου”».

 

 

Info

«Η Θυσία του Αβραάμ»

Ανωνύμου (Βιτσέντζος Κορνάρος;)

Σκηνοθεσία: Δαμιανός Κωνσταντινίδης

Σκηνικά – Κοστούμια: Αντώνης Δαγκλίδης

Μουσική: Κωστής Βοζίκης

Κίνηση: Ίρις Νικολάου

Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου

Mακιγιάζ: Μελίνα Γλαντζή

Βοηθός σκηνοθέτη: Στεργιάνα Τζέγκα

Βοηθός σκηνογράφου: Αμαλία Θεοδωροπούλου

 

Παίζουν: (με σειρά εμφάνισης)

Μιχαήλ Afolayan  (Άγγελος)

Ιωσήφ Ιωσηφίδης (Αβραάμ)

Δέσποινα Σαραφείδου (Σάρρα)

Στεργιάνα Τζέγκα (Ταμάρ)

Τάσος Τσούκαλης-Δημητριάδης (Σιμπάν)

Δημήτρης Φουρλής (Ισαάκ)

 

Θέατρο Σταθμός

Βίκτωρος Ουγκώ 55, τηλ. 211 4036322

Από 13 έως 29 Απριλίου 2018

Παρασκευή – Σάββατο ώρα 21.15, Κυριακή ώρα 18.00

Την Κυριακή 15 Απριλίου, η παράσταση θα γίνει στις 17.00 και θα ακολουθήσει συζήτηση με διακεκριμένο προσκεκλημένο.

 

Για το ανέβασμα της «Θυσίας του Αβραάμ», η ομάδα Angelus Novus επιχορηγήθηκε από το ΥΠΠΟΑ.